"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Σάββατο, 9 Δεκεμβρίου 2017

Η μεγάλη μάχη των Λεχαινών


Στις 4 το πρωί της 8ης Ιούνη 1948, τμήμα ανταρτών του Αρχηγείου Αχαΐας- Ηλείας του ΔΣΕ, με επικεφαλής το διοικητή του αρχηγείου αντισυνταγματάρχη Κώστα Μπασακίδη, χτύπησε τις βάσεις του κυβερνητικού στρατού στις κωμοπόλεις Λεχαινά- κέντρο της αμυντικής διάταξης του κυβερνητικού στρατού στην παραλιακή περιοχή της Δυτικής Αχαΐας και της Βόρειας Ηλείας. 

Οι δυνάμεις του ΔΣΕ απαρτίζονταν από δύο λόχους και ένα τάγμα:

  • Τον λόχο του Ζαχαριά.
  • Τον λόχο του Νικήτα.
  • Το 2ο τάγμα του Αρχηγείου Ταϋγέτου.
Μαζί τους στην επιχείρηση βρέθηκαν και άνδρες της Λαϊκής Πολιτοφυλακής.

Σκοπός της επιχείρισης ήταν η αποκοπή της αμυντικής διάταξης του εχθρού στο σημείο που ήταν ευάλωτη, κοντά στο χωριό Καβάσιλα και την Ανδραβίδα, σε ελάχιστη απόσταση από την Πάτρα.

Άλλα μικρά τμήματα του ΔΣΕ είχαν εγκατασταθεί σε κατάλληλες θέσεις, για να αντιμετωπίσουν το ενδεχόμενο μετακίνησης κυβερνητικών δυνάμεων που θα έρχονταν από την Πάτρα, τη Χαλανδρίτσα, τον Πύργο, τη Γαστούνη και την Αμαλιάδα, πόλη στην οποία είχε την έδρα του το τμήμα Χωροφυλακής που διέθετε 5 τεθωρακισμένα αυτοκίνητα. Τα Καβάσιλα και την Ανδραβίδα θα χτυπούσαν για αντιπερισπασμό τμήματα των λόχων του Ζαχαριά και του Νικήτα, ενώ ολόκληρη την επιχείριση επέβλεπε ο Κώστας Μπασακίδης.

Η γενική διεύθυνση της επιχείρησης από το κεντρικό αρχηγείο του ΔΣΠ βρισκόταν στην ευθύνη του επιτελάρχη Κώστα Κανελλόπουλου.

Η κύρια επιχείρηση στόχευε στα Λεχαινά και είχε ανατεθεί στο 2ο τάγμα του Αρχηγείου Ταϋγέτου.

Η πρώτη επίθεση του ΔΣΠ στόχευε στην διάλυση και την κατάληψη των δέκα τσιμεντένιων φυλακίων του κυβερνητικού στρατού που βρίσκονταν στο κέντρο και στην περιφέρεια της κωμόπολης. Η δε επίθεση στα Λεχαινά θα εκδηλωνόταν ακριβώς την ίδια ώρα με τις επιχειρήσεις στα Καβάσιλα και στην Ανδραβίδα. 

Η επιχείρηση ξεκίνησε με απόλυτη επιτυχία του αιφνιδιασμού των κυβερνητικών δυνάμεων. Τα φυλάκια δέχονταν συγκεντρωτικά πυρά από πολλές κατευθύνσεις και μέσα σε δύο ώρες, ο ΔΣΠ είχε καταλάβει τα 9 από τα 10 εξ αυτών. Φαίνεται πως τα εξωτερικά φυλάκια τα υπερασπίζονταν μικτές ομάδες στρατιωτών, χωροφυλάκων και ΜΑΥ, ενώ στο κεντρικό φυλάκιο, που ήταν και το οχυρό υποδιοίκησης της Χωροφυλακής συγκεντρώθηκαν όσοι επέζησαν από την πρώτη επίθεση του ΔΣΠ. 

Το φυλάκιο της υποδιοίκησης της Χωροφυλακής περικυκλώθηκε και απομονώθηκε, ενώ μερικοί χωροφύλακες κατέφυγαν σε ταράτσες κτηρίων (κοντά στον ναό του Αγίου Δημητρίου) και δρούσαν σαν ελεύθεροι σκοπευτές. Μισή ώρα πριν τη λήξη του ωφέλιμου χρόνου της επιχείρησης, ο ΔΣΠ είχε τελειώσει την επιμελητειακή εκμετάλλευση της επίθεσης και υποχωρούσε οργανωμένα. 

Ο ΔΣΠ είχε 6 νεκρούς μαχητές και 10 τραυματίες. Το τάγμα του Αρχηγείου Ταϋγέτου έχασε δύο άνδρες, τους Παναγιώτη Κωσταράκο και Γιώργο Δεμίρη, οι οποίοι σκοτώθηκαν κατά την υποχώρηση από πυρά αεροπλάνου. 

Οι κυβερνητικές αρχές δίνουν την παρακάτω εικόνα για τη μάχη:

Δύναμις εκ 300 περίπου ανταρτών επετέθη ταυτοχρόνως εναντίον των Λεχαινών, της Ανδραβίδας και των Καβασίλων με την κυρίαν προσπάθειαν προς Λεχαινά. Ο Διοικητής και της Τ.Σ.Ε.Π. πληροφορηθείς περί της επιθέσεως την 7:30 πρωινήν ώραν διέταξεν ίνα λόχος του εν Πύργω 21 Τ.Ε. μετά του Ουλαμού τεθωρακισμένων σπεύσουν προς Λεχαινά, έτερος λόχος προς Χάβαρι. Άλλος λόχος μετά Ουλαμού τεθωρακισμένων εκινήθησαν επ' αυτοκινήτων προς Γάλαρος- Ρουπάκι- Προστοβίτσα. Έτερος λόχος επιβιβασθείς εκτάκτου αμαξοστοιχίας εκινήθη προς Λεχαινά. Αι δυνάμιες αυταί κινηθείσαι προς επίθεσιν εναντίον ανταρτών. Η μάχη διήρκεσε έως της 20:30 ώρας ότε διεκόπη λόγω του σκότους, οι δε αντάρτες διεσκορπίσθησαν εντός παρακείμενου δάσους. Η αεροπορία επεμβάσα καθ' όλην την ημέραν δεν έσχε σοβαρά αποτελέσματα λόγω του κεκαλυμμένου του εδάφους υπό σιτηρών και θάμνων. 

Αι απώλειαι την ημετέρων συνολικώς ήσαν 13 οπλίται, 2 χωροφύλακες και 18 ΜΑΥ νεκροί και 10 στρατιώται και 4 χωροφύλακες τραυματίαι.

Τσιγγούνης Αλέξανδρος
Υποστράτηγος- Διοικητής.


Το ευτράπελο της όλης υπόθεσης είναι ο τρόπος με τον οποίο οι αστικές εφημερίδες της εποχής αντιμετώπισαν την ήττα των κυβερνητικών δυνάμεων, κάνοντας λόγο για "νέα όπλα των ανταρτών που εστάλησαν από τη Σοβιετική Ένωση". Τα όπλα αυτά ήταν απλώς τα πολυβόλα του ΔΣΕ που με συγκεντρωτικά πυρά άνοιγαν τρύπες στα οχυρά. 


Η αστική εφημερίδα Εμπρός γράφει τη δική της εκδοχή για τη μάχη






Η Καπετάνισσα Κούλα Ντάνου: μια ηρωίδα του ΕΛΑΣ και του ΔΣΕ


Η Κούλα Ντάνου, πρώτη στη φάλαγγα


Όμορφη, λεβέντισσα, πανύψηλη. Από τα είκοσι χρόνια της στο αντάρτικο, καβάλα στο άλογο, να παίρνει μέρος στις μάχες και να διακρίνεται. Στα 26 της χρόνια οδηγείται στο εκτελεστικό απόσπασμα, το 1949. Είναι η τελευταία εκτελεσμένη στη Λαμία. Στις 17 του Φλεβάρη συμπληρώθηκαν εξήντα εφτά χρόνια από το θάνατο της Κούλας (Βασιλικής) Ντάνου, μιας ηρωικής μορφής του λαϊκού στρατού.

Τη μνήμη της ξαναφέρνει κοντά μας ο Γιώργης Μωραϊτης, στο Β τόμο του βιβλίου του "Αναμνήσεις ενός αντάρτη", που θα κυκλοφορήσει σύντομα από τις εκδόσεις "Καστανιώτης". Καταθέτει την προσωπική του μαρτυρία και άλλα ντοκουμέντα από μια πλούσια βιβλιογραφία: Ο ίδιος είχε γνωρίσει την "καπετάνισσα" πριν από την κατοχή. Στον ΕΛΑΣ δεν έτυχε να βρεθούν. Την ξανασυνάντησε στο ΔΣΕ. Σε μια μάχη πολέμησαν μαζί.

Εκδηλος ο θαυμασμός του συγγραφέα για την Κούλα. Λίγο πριν την κατοχή, μόλις είχε ερωτευτεί, μόλις είχε προλάβει να γίνει μητέρα - και της πήραν το παιδί μέσα από την αγκαλιά... Με το μαράζι του χαμένου αυτού μωρού, που δεν πρόλαβε να χαρεί, αγνοώντας την τύχη του, θα φύγει βίαια από τη ζωή στην αυγή της νιότης της... Από τις μαρτυρίες που υπάρχουν, γίνεται φανερό τι τεράστια ώθηση είχε δώσει η Αντίσταση στη χειραφέτηση των γυναικών, που κατακτούσαν την ισότητα και το σεβασμό των άλλων με το όπλο στο χέρι... Γράφει:

"...Οι μοναρχοφασίστες που τη σκότωσαν την έλεγαν "Καπετάνισσα".Και ήτανε. Δε συμπάθησε τα ηρωικά ονόματα, ούτε έβαλε ψευδώνυμο. Δεν τα είχε ανάγκη. Ποιος ο λόγος να κρυφτεί ή να καλυφθεί; Εξαιτίας μιας ατυχίας, που εξελίχθηκε σε δράμα (αν όχι σε τραγωδία) είχε ανεπανόρθωτα εκτεθεί... Αλλη, "με το κακό που την ήβρε" θα είχε πεθάνει. Ετσι την "κακογλώσσιζαν" κάποιοι και κάποιες, που έριχναν απάνω της την ευθύνη για... την ντροπή. Κι αν δεν ήταν το ΕΑΜ, ν' αλλάξει στη σχέση ανδρών - γυναικών κάποια παλιά "ταμπού" κανονικά δε θα 'χε στον κόσμο μοίρα.

Η Κούλα γεννήθηκε στη Δρακοσπηλιά. Ενα μικρό χωριό πάνω από τις Θερμοπύλες. Γι' αυτό λες και ήτανε "φύτρα" από δρακογενιά... Εμενε στη Λιαπάτα (Αϊ Χαράλαμπο), όπου ξαναπαντρεύτηκε η μάνα της. Ερχόταν και στη Βοδονίτσα, όπου είχε την αδελφή της τη Γιαννούλα, παντρεμένη με το Χρήστο Φαφούτη. Γειτονιά το σπίτι του παππού μου Τσαμαντάνη με τα Φαφουταίικα. Τη βλέπαμε προπολεμικά κι ως την Κατοχή.

Συμπαθητική και όμορφη κοπέλα. Υστερα τη χάσαμε. Είχε αγαπήσει κάποιον στη Λιαπάτα. Αρρεβωνιάστηκαν. Εμεινε έγκυος. Τον Οκτώβρη του '40 ετοίμαζαν το γάμο. Κηρύχνεται ο πόλεμος. Φεύγει για το αλβανικό μέτωπο ο γαμπρός. Αλληλογραφούν. Του στέλνει δέματα. Τον ενθαρρύνει. Την τρώει όμως η αγωνία. Τον περιμένει με λαχτάρα να γυρίσει. Ο ερχομός του είναι το παν. Ερχεται το παιδί. Κι είναι ανύπαντρη... Με την κατάρρευση όλα γκρεμίστηκαν...".

Μια μαυροφόρα πήρε το παιδί. Στην αδελφή της τη Γιαννούλα, που συμπάσχει, τώρα ο λόγος. Η κατάθεσή της είναι συγκλονιστική: "Μετά τον πόλεμο γύρισε. Δεν την πλησίασε καθόλου. Τι του είχανε γράψει, τι μπήκε στη μέση, δεν ξέρουμε. Γέννησε η αδελφή μου. Δεν αναγνώρισε το παιδί.

Δε φανερώθηκε καθόλου. Στο μαιευτήριο Τσαγκάρη (στη Λαμία) είπε η μητέρα μου: "Αν βρεθεί κανένας να δώσουμε το παιδί"... Ο Τσαγκάρης στις 18 μέρες έστειλε την Κατίνα Γεωργίου. Παρουσιάστηκε σαν χήρα, μαυροφόρα. Πήρε το παιδί. Το υιοθέτησε. Εμεινε στη Λαμία. Κάποια μέρα χάσαμε τα ίχνη της... Για το παιδί μάθαμε όταν το ζήτησε η Στρατολογία. Μετά τη γέννα, η αδελφή μου δεν είχε πού να σταθεί. Ηταν διωγμένη απ' όλους (1). "Θα φύγω, θα πάω στο αντάρτικο", έλεγε συνέχεια. Δεν την κρατάγαμε με τίποτα. Μια μέρα, έτσι απλά, είπε "Φεύγω". Μας φίλησε, άνοιξε την πόρτα και χάθηκε για το βουνό, χωρίς να πάρει τίποτα, με τα ρούχα που φορούσε" (2).

"Αντρογυναίκα. Παλικαρού, συνεχίζει ο συγγραφέας. Πρώτο μπόι (1.80) τη φώναζαν "Ψηλή". Στα 20 χρόνια της καβάλα στο άλογο, σωστή αμαζόνα... Υπηρέτησε μαζί με τη Θύελλα και άλλες δύο ακόμα, πρώτα στο "Τάγμα θανάτου" του 36 Συντάγματος και ύστερα στο Γενικό Στρατηγείο... Η Οργάνωση και το Αρχηγείο Λοκρίδας έκριναν σωστό να τη στείλουν στο Γενικό. Εκεί προωθήθηκαν και άλλες. Αυτή ήταν από τις πρώτες. Και η πρώτη από τη Λοκρίδα. Βγήκε και μια άλλη μετά, η Μαρία από το Μαρτίνο..."

Στη μέση της δύο χειροβομβίδες "Απ' όλες τις πληροφορίες, η πρώτη ανταρτοομάδα γυναικών συγκροτήθηκε στην έδρα της ΧΙΙΙ Μεραρχίας στο Καρπενήσι, αρχές του Μάη του 1944". "Με στρατιωτικό διοικητή τη Γεωργία Παληγιαννοπούλου - Καλλίνου. Καπετάνισσα τη Μαρία Φέρλα - Μπέικου. Εκεί εντάχθηκαν οι πρώτες Ρουμελιώτισσες αντάρτισσες Μένη Παπαηλιού (Θύελλα) και Κούλα Ντάνου. Αργότερα και η Αικατερίνη Αργυροπούλου (Ειρήνη). Η Ειρήνη ήταν Κοκκινιώτισσα και στο σπίτι της φιλοξενούσε την Αύρα Παρτσαλίδου. Για την Κούλα η Ειρήνη καταθέτει με θαυμασμό: "Δε λογάριαζε το θάνατο, σεμνή, γενναία... Πήρε μέρος σε όλες τις μάχες του 36 Συντάγματος". Η Μαρία Μπέικου λέει: "Η Κούλα ήταν τρυφερή, έκλαιγε συχνά... Είχε καλοσύνη και ευθύτητα. Ομως πολύ δυνατή. Πάντα μπροστά στις μάχες. Αγαπούσε τα όπλα. Στη μέση της είχε πάντα δύο χειροβομβίδες" (3)".

"Οταν ήρθαν οι αντάρτες στη Λοκρίδα",σημειώνει ο Γ.Μ. "την Κούλα την πάντρεψαν με τον πατέρα του παιδιού της". "Ο μνηστήρας υπέκυψε στον εκβιασμό. Ο γάμος έγινε στη Λιαπάτα. Αλλα "παντρειά με το ζόρι δε γίνεται". Σε λίγο ο "γαμπρός" έφυγε... Υστερα έφυγε και η "νύφη" για το βουνό. Αυτή είναι η αλήθεια. Τα άλλα είναι παραμύθια": ότι την ατίμασε ένας χωρικός... Οτι ο Αρης τους πάντρεψε. Οτι κουμπάρος ήταν ο ίδιος. Και παπάς ο Ανυπόμονος (3)".

Μετά την Κατοχή η Κούλα ήρθε στην Αθήνα. Εκεί έπιασε ένα δωμάτιο και ζούσε φτωχικά. Δούλευε, πήγαινε και σε νυχτερινή σχολή. Αρχισαν όμως οι συλλήψεις, η τρομοκρατία, οι διωγμοί... Βγήκε ξανά στο βουνό... Ηταν διμοιρίτισσα και υπέυθυνη γυναικών στο Τάγμα του Καρκάνη. Στο Μαυρολιθάρι την τραυματίσανε σε μια μάχη. Κλείστηκε σε μια σπηλιά. Προδόθηκε και πιάστηκε. Μεταφερθηκε στη Λαμία και στην Αθήνα για ανάκριση. Στη συνέχεια ήρθε στις φυλακές Λαμίας υπόδικη. Το Δεκέμβρη του '48 πέρασε Στρατοδικείο. Καταδικάστηκε σε θάνατο. Και εκτελέστηκε στις 17 Φλεβάρη του '49... Η δίκη ήταν μια παρωδία. "Δεν είχαμε μάρτυρες υπεράσπισης" επισημαίνει η αδελφή της. Οι εφημερίδες γράφανε "Κρατείται η καπετάνισσα Ντάνου".

"Είχαμε μόνο τρεις μάρτυρες κατηγορίας. Ηταν - είπαν - πραγματική κομμουνίστρια, γι' αυτό βγήκε στο κλαρί. Ζήτησα να τη φιλήσω για τελευταία φορά. Δεν το επέτρεψε ο "Κινίνος" (1)".

"Κινίνο" βάφτισε ο λαός τον πρόεδρο του Στρατοδικείου Λαμίας ονόματι Γιαννόπουλο από την Τρίπολη. Εναν κιτρινιάρη, που κάθε πρωί έστελνε δεκαριές αγωνιστές στην Ξηριώτισσα, με εισιτήριο για τον άλλο κόσμο...".

Είχε όμορφες κοτσίδες "Η Κούλα έφυγε τελευταία. Χωρίς κανένα άλλο παράπονο απ' τη ζωή. Μόνο με το "μαράζι" που δεν έμαθε τίποτα για το γιο της. Η απόφαση του ΟΗΕ, ύστερα από παρέμβαση της αντιπροσωπείας της ΕΣΣΔ με επικεφαλής τον Βισίνσκι, δεν την πρόλαβε... Βιάστηκαν οι στρατοκράτες να τη στείλουν στο απόσπασμα. Προσβλημένοι κι από την άρνησή της να υπογράψει "δήλωση μετανοίας". Απορρίπτοντας μετά βδελυγμίας τη δελεαστική πρόταση του ίδιου του στρατηγού. Την εκδικήθηκαν μάλιστα. Βάδισε στο θάνατο, τραγουδώντας το αγαπημένο της τραγούδι:

"Σήκωσ' απάνω Γιάννο μου, και μη βαριοκοιμάσαι. / Βρέχει ο ουρανός και βρέχεσαι, χιονίζει θα / κρυώσεις. Θα σου βραχούνε Γιάννο μ' τ' άρματα...".

Της είπαν να της δέσουνε τα μάτια. Είπε "όχι".
Την εκτέλεσαν μαζί με άλλους εφτά. Εξω απ' το Νεκροταφείο.
Τους έχωσαν σε ομαδικό τάφο. Της Κούλας, όταν τους ξέχωσαν, βρέθηκαν μόνο οι κοτσίδες. Είχε μακριές όμορφες κοτσίδες...".


Η μαρτυρία του γιού της



Ο γιος της δεν είχε χαθεί... Ζούσε και μια μέρα ξαναγύρισε. Ηθελε να μάθει για τη μάνα του. Ο Γ.Μ. τον γνώρισε. Συναντήθηκαν στα γραφεία του "Ριζοσπάστη" και του μίλησε για την Κούλα, την αντάρτισσα. Γράφει:

"Ο Πάνος Γεωργίου, όπως λέγεται τώρα (ή Παναγιώτης Ντάνος, όπως τον γράφουν τα "κιτάπια" και τον έψαχνε το κράτος να τον πάρει φαντάρο), έχει τη δική του δραματική ιστορία. Υστερα από άλλες περιπέτειες βρέθηκε τελικά στην Αυστραλία. Το 1964 μαθαίνει ότι ήταν υιοθετημένος. Και το 1984 έρχεται στην Ελλάδα ως δημοσιογράφος κι αναζητεί τη μάνα του".

"Τις λεπτομέρειες τις αφηγείται και σου κόβει την ανάσα. Μέσα από την ιστορία του, που έχει συναρμολογηθεί από διάφορες μνήμες ανθρώπων που ζήσανε με την Κούλα Ντάνου, βγαίνει η εικόνα ενός ανθρώπου και μιας εποχής" σχολιάζει ο δημοσιογράφος Βασίλης Καββαθάς. "Βγαίνει και κάτι άλλο, το ήθος της άλλης πλευράς (1). Λίγες μέρες πριν την εκτέλεση, συμπληρώνει ο γιος της, έστειλε στα ξαδέλφια μου αυτό το ποίημα:


Φυλακές Λαμίας 3.2.49



"Πήρα τους δρόμους ψάχνοντας / και τα βουνά ρωτώντας / να βρω νεράκι για να πιω / και ίσκιο να καθίσω / Μα βγήκε ο ήλιος σκοτεινός / και το φεγγάρι μαύρο / πάνω στης Γκιώνας τα βουνά / στου Παρνασσού το δρόμο / Πέρασα ένα πρωί / και βρήκα ένα λουλούδι / Λουλούδι μαραμένο / στάθηκα και το ρώτησα / λουλούδι μου ποιος σε φύτεψε / και είσαι μαραμένο / άκουσα κλάμα και φωνή / να βγαίνει από τις ρίζες / εσύ μανούλα μου, εσύ, / Ητανε το παιδί μου, το παιδί μου".
Με αγάπη η θεία σας. Μ. Β. ΝΤ.

Τα αρχικά σημαίνουν "Μελλοθάνατη Βασιλική Ντάνου".

Για να γράψει τα ποιήματα αυτά η Κούλα στη φυλακή, χρησιμοποίησε αντί για μελάνη σταγόνες από το αίμα της".

Και δύο ποιήματα που έγραψαν άλλοι γι' αυτήν: Ο Γιάννης Νεγρεπόντης την έκρυβε στο σπίτι του, στο Βύρωνα, παράνομη, πριν βγει στο ΔΣΕ. Και τη νεκρολόγησε με ένα εμπνευσμένο ποίημά του, που δημοσιεύτηκε στην "Επιθεώρηση Τέχνης" (τεύχος Απρίλη 1961).

"Ηταν δεν ήταν, που ο κόκορας λάλησε / ήταν δεν ήταν καλή μου, αδελφή μου, πρωί / που σε πήραν, δεν ήταν ακόμα η αυγή... Σα να σκίστηκε η γη, σαν ο κόσμος να σάλεψε μες την τόση που υπήρχε, αδελφή μου σιγή / πολυβόλων ριπές, ό,τι κρόκιζε η αυγή"
Και ο ανιψιός της Δημήτρης Φαφούτης, του Χρήστους και της Γιαννούλας, σε μεγάλο βαθμό αντλεί την ποιητική έμπνευσή του από την ηρωική και τραγική μορφή της:

"Μεσάνυχτα, κίνησε στην Πούλια καβάλα, να πάει /στη φυλακισμένη της αδελφή πρόσφορο και κουφέτα / Εξω από το χωριό, τη σταμάτησαν οι φύλακες απορημένοι / πού πας Γιαννούλα, οι άλλοι έχουν καρτέρι / στη δημοσιά, κι όλη νύχτα μετράνε τους σκοτωμένους..." ("Παραβολές" ποιήματα, εκδόσεις Φιλιππότη).


Βιβλιογραφία:

(1) Βασίλη Καββαθά "Η άλλη Ελένη" (εκδόσεις Αλκυών)
(2) Περιοδικό "Εικόνες", ρεπορτάζ Γεωργίας Καρρά Τεύχος 13, 30.1.85
(3) Εφημερίδα "Ελεύθερη Γνώμη", αφιέρωμα Γιάννη Καψάλη 27.11.83.

Επιμέλεια: Αλίκη ΞΕΝΟΥ - ΒΕΝΑΡΔΟΥ