"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Δευτέρα, 31 Αυγούστου 2015

Η μεγάλη σφαγή στους Μελάτες Άρτας - 1947

Στους Μελάτες των Τζουμέρκων Άρτας διαδραματίστηκε το συγκλονιστικό χρονικό της σφαγής δεκάδων ανταρτών του Αρχηγείου Τζουμέρκων, που πιά­στηκαν αιχμάλωτοι, το Πάσχα του 1947, από τον κυβερνητικό στρατό και τις παρακρατικές συμμορίες της περιοχής, και παρά τον Διεθνή Νόμο περί σεβα­σμού των αιχμαλώτων, τον οποίο είχαν αποδεχτεί όλα τα πολιτισμένα έθνη, μεταξύ αυτών και η χώρα μας, οι αιχμάλωτοι αντάρτες μας του ΔΣΕ σφαγιάστη­καν συγκλονίζοντας ολόκληρη την περιοχή.

Οι Μελάτες ήταν από τις ανταρτοκρατούμενες περιοχές που επισκέφθηκε ο Γάλλος ποιητής Ανρί Μπασίς και εμπνεύστηκε το ποίημα «Αντάρτες εμπρός»:
«Τα άρματά μας ζωστήκαμε πάλι
στης τιμής για να βγούμε στο δρόμο.
Τόσο πένθος και τόσα δάκρυα,
την ζωή μας την είχανε μαυρίσει.
Το ψωμί των παιδιών μας νια να ’χουμε
κι όχι πια με τον τρόμο να ζούμε,
στα βουνά της πατρίδας τον άγιο
δοξασμένο αρχίσαμε αγώνα μας».

Το ιστορικό της τραγωδίας
Μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας, η εξόντωση του πρωτοκαπετάνιου του ΕΛΑΣ, Άρη Βελουχιώτη, η αποκεφάλισή του και το κρέμασμα του κεφαλιού του σε κεντρικό φανοστάτη των Τρικάλων, σηματο­δότησε την τύχη χιλιάδων αγωνιστών. Το τρομοκρατικό μοναρχοφασιστικό όργιο του αστικού κράτους εντείνε­ται ακόμη πιο πολύ. Οι διωγμοί είναι ανείπωτοι. Όσοι γλιτώνουν καταφεύ­γουν στα βουνά. Αρχίζουν να συγκε­ντρώνονται οι πρώτες ομάδες ένο­πλων αγωνιστών. Τα Τζουμέρκα ―όπως και όλα τα βουνά της Ελλάδας― άρχισαν να υποδέχονται τους καταδιωκόμενους αγωνιστές. Μικρές ομάδες εμφανίζονται παντού.
Οι καταδιωκόμενοι του νομού Άρτας, που ήταν αρκετοί και κρύβο­νταν στα δάση κοντά στα χωριά τους, είχαν ανάγκη αρχικά να οργανώσουν την αυτοάμυνά τους από κοινού, αφού έτσι θα αντιμετωπίζανε πιο αποτελεσματικά τα αποσπάσματα της Χωροφυλακής και τους παρακρατικούς. Το 1946, μετά τα τρομα­κτικά γεγονότα που έγιναν στα χωριά Άνω Πέτρα και Κλειστό, η κατάσταση οξύνθηκε σημαντικά.
Τον Ιούλη του 1946, ο Κώστας Μπαλαδήμας πήγε στην περιοχή των Τζουμέρκων να συναντηθεί με την πρόσφατα συγκροτημένη ομάδα καταδιωγμένων με επικεφαλής των Κώστα Μίντζα. Στόχο είχε να οργανώσει σύσκεψη κομματικών στελε­χών στην περιοχή των Τζουμέρκων, με βασικό θέμα την συγκέντρωση των καταδιωκόμενων αγωνιστών σε ομάδες και τη συγκρότηση ένοπλου τμήματος.
 Στις αρχές του φθινοπώρου του 1946, η ομάδα του μόνιμου ανθυπολοχαγού Θόδωρου Ζαλοκώστα, γνω­στού στο λαό ως «καπετάν Παλιούρας», μετά το χτύπημα του σταθμού χωροφυλακής στον Πεντάλοφο, κατέβηκε στα Τζουμέρκα την άγρια περιοχή, γεμάτη τώρα από εχθρικά σε αυτούς στοιχεία. Ενώθηκαν με τις άλλες ένοπλες ομάδες και έστησαν την έδρα τους στα Τζουμέρκα. Γρή­γορα αναπτύχθηκαν φτάνοντας σε δύναμη τα 180 άτομα περίπου. Με την ίδρυση του Γενικού Επιτελείου Ανταρτών έγινε πραγματικότητα το αρχηγείο Τζουμέρκων του ΔΣΕ. Η δράση φούντωσε. Το αρχηγείο Τζου­μέρκων μπήκε σε πολλά χωριά: Γαρδίκι, Μουτσιαρά, Μεσοχώρα, Θεοδώριανα, Καλαρύτες, Ματσούκι, Κυψέλη και άλλα χωριά. Εκκαθάρισαν την περιοχή από συμμορίες, αφόπλισαν μοναρχοφασίστες από 16 χωριά, και αποτέλεσαν γέφυρα προώθησης αποστολών από το Μπούλκες στη Ρούμελη. Τροφοδότησαν με αρκετά στελέχη το λόχο γενικού αρχηγείου και με εκπαιδευτές τη Σχολή αξιω­ματικών.

 
Ο «Ριζοσπάστης» στις 19 Δεκέμ­βρη του 1946 έκανε εκτενή αναφορά στην επίθεση που έγινε από το αρχη­γείο Τζουμέρκων στους Καλαρύτες και τα γύρω χωριά της Άρτας.

Τον Απρίλη του 1947, είχαν αρχί­σει οι εκκαθαριστικές επιχειρήσεις του κυβερνητικού στρατού. Ο καπετάνιος Παλιούρας έλαβε διαταγή από το γενικό αρχηγείο του ΔΣΕ να σπεύσει σε βοήθεια άλλων τμημάτων του ΔΣΕ που μάχονταν στα Άγραφα. Πήρε την απόφαση με το επιτελείο του και χώρισε στα τρία την δύναμη των ανταρτών. Το πρώτο με επικεφαλής τους Μανιώτη και Λιούκα και δύναμη 60 ανταρτών, μέσω μονής Ροβέλιστας ακολούθησε το συμφωνημένο δρομολόγιο, έδωσε μάχες στα υψώματα «Βοϊδαρέικα» και έφτασε στον προορισμό του χωρίς απώλειες.

Τα αλλά δύο τμήματα ένα με τον Χάρη Παπαγιάννη, και ένα με τον Παλιούρα και με δύναμη 60 ανταρ­τών το καθένα, ακολούθησαν το δρομολόγιο τους στις περιοχές των συνοικισμών Ανεμορράχης παλιάς Ελλάδας, κάτω Αθαμανίου και Μελα­των. Βρέθηκαν όμως μπροστά σε πολυάριθμες ομάδες ΜΑΥδων και του κυβερνητικού στρατού, που έφτασαν από την Άρτα. Τους είχαν στήσει ενέδρα σε διάφορα περάσματα της δασωμένης και δύσβατης αυτής περιοχής.
Πολέμησαν γενναία κατά πολύ υπέρτερων δυνάμεων για δύο ολό­κληρες μέρες. Τα πυρομαχικά τους είχαν τελειώσει και νηστικοί και άυπνοι αποφάσισαν να μοιρασθούν σε μικρές ομάδες και με τον τρόπο αυτό να διασπάσουν τον εχθρικό κλοιό και να συναντηθούν, όσοι επι­ζήσουν, στον προκαθορισμένο χώρο των βορειοανατολικών υψωμάτων του συνοικισμού Ζυγός.

Κατά την τελευταία αυτή προσπά­θεια αρκετοί σκοτώθηκαν, ιδίως από το τμήμα του Χάρη Παπαγιάννη, και οι υπόλοιποι τραυματίες και ζωντα­νοί, πιάστηκαν αιχμάλωτοι και οδηγή­θηκαν στο μοναστήρι Μελατών που ήταν η έδρα του στρατού και των συμμοριών του Παπαδόπουλου και του Βόιδαρου και άλλων παρακρατι­κών που έφταναν με αυτοκίνητα από την Άρτα.

Μαρτύρια και εκτέλεση


Μόλις νύχτωσε καλά, δόθηκε η εντολή των βασανιστηρίων και της σφαγής των κρατουμένων αιχμαλώ­των ανταρτών στο μοναστήρι Μελα­τών. Άρχισαν με τα μαχαίρια και τις λόγ­χες των όπλων τους να τρυπάνε τα σώματα των αιχμαλώτων και τελικά έκοψαν τα κεφάλια από τους περισσότερους αντάρτες. Στη συνέχεια, άνοιξαν ομαδικό τάφο στη σμίξη του χειμάρρου που βρίσκεται βορειοανα­τολικά στην είσοδο του συνοικισμού με τον Μελατιώτικο ποταμό και εκεί τους έριξαν όλους και τους σκέπα­σαν.
Αρκετά από τα κομμένα κεφάλια τα 'ριξαν μέσα σε τσουβάλια και τα μετέφεραν με αυτοκίνητο στην πόλη της Άρτας. Με διαταγή των κρατούντων στην πόλη της Άρτας, αρκετά κεφάλια τα παλούκωσαν και τα ακούμπησαν σε κεντρικά σημεία της πόλης. Ακόμα στη διασταύρωση της εθνικής οδού με το δρόμο που πηγαίνει στο Πέτα και μπροστά στο εκεί καφενείο του «Μπούση» ήταν σταματημένο στρα­τιωτικό τζιπ και στο μπροστινό προ­φυλακτήρα ήταν κρεμασμένα με σύρμα τέσσερα κεφάλια ανταρτών.
Τη χωρίς προηγούμενο σφαγή, της οποίας την έκταση, χωρίς να υπάρχουν μάρτυρες, αφού σφάχτη­καν όλοι, δίνουν οι αφηγήσεις χωρι­κών στους οποίους έμειναν έντονα χαραγμένες εικόνες της εποχής. Πρόχειροι λάκκοι που πέταγαν ακέφαλα κορμιά, φορτηγά του στρα­τού που κουβαλούσαν δεκάδες κομ­μένα κεφάλια, συνέθεταν ένα εφιαλ­τικό τοπίο ανήκουστων σφαγών.
Παιδιά εκείνης της εποχής λέγανε τη φρίκη τους, όταν αντίκρισαν το σχολείο τους στις Μελάτες γεμάτο αίματα. Ίσως ποτέ δεν θα μαθευτούν τα γεγονότα σε όλες τους τις λεπτο­μέρειες. Από τους 180 αντάρτες του Αρχηγείου Τζουμέρκων, σώθηκε από τους Μελάτες το ένα τμήμα με 60 άντρες και 10 περίπου από τα άλλα δύο τμήματα. Και οι οποίοι, στην συνέχεια έπεσαν σε άλλες μάχες του Δημοκρατικού Στρατού, εκτός από λίγους που επέζησαν και οδηγήθη­καν είτε στην προσφυγιά, είτε στις φυλακές, είτε στις εξορίες.
Είναι ανάγκη σήμερα να βοηθή­σουν όλοι στην παραπέρα έρευνα για τους αντάρτες που χάθηκαν και που ακόμα δεν στάθηκε δυνατό να υπάρ­χει πλήρης εικόνα για τους μαχητές και τις μαχήτριες του ΔΣΕ που έπε­σαν στα πεδία των μαχών.
 
Τραγική η περιγραφή της συν. Κατερίνας Λελοβίτη-Μπατσούλη σε μια από τις προηγούμενες εκδηλώ­σεις στην περιοχή:
« Όρθιοι, σύντροφοι, στεκόμαστε σ' αυτόν εδώ τον ιερό τόπο που πατάμε, που είναι βαμμένος με το αίμα από δεκάδες παλικάρια του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και ΔΣΕ. Μαζί τους και ο αδελφός μου Παναγιώτης Λελοβίτης, εκεί επάνω στο ύψωμα, σύντρο­φοι, έδωσε μόνος τέλος στη ζωή του, νια να μην πέσει στα χέρια του εχθρού και να μην περάσει τα βάσα­να του Χριστού. Και οι άνανδροι φασί­στες του πήραν το κεφάλι και το κρέ­μασαν στην Πρέβεζα, μαζί με τα κεφάλια άλλων παλικαριών κομμου­νιστών, γιατί αυτά τα παιδιά ήταν Έλληνες, ήταν λεβέντες και πολέμη­σαν για την πατρίδα, υπερασπίζοντας τα ιδανικά τους. Αιωνία η μνήμη τους. Αδέρφια μας δεν θα σος ξεχάσουμε ποτέ. 
 
Σας δίνω την υπόσχεση ότι εγώ, η αδερφή σας Κατερίνα, εάν χρειαστεί, θα πεθάνω αγωνιζόμενη στο δρόμο. Γιατί το βράδυ που θα έφευγαν τα αδέλφια μου στο βουνό, Παναγιώτης και Χρήστος, παρά το ότι ήμουν μικρή θυμάμαι τι έλεγαν: "Ο αγώνας θα είναι μακρύς και σκληρός, θα σας τυραννήσουν, θα σας δεί­ρουν, θα σας εξορίσουνε, αλλά εσείς ποτέ να μην αρνηθείτε τα πιστεύω σας και την ιδεολογία σας". 


Ο Κώστας Τάτσης, πρόεδρος του παραρτήματος της ΠΕΑΕΑ-ΔΣΕ Νέας Ιωνίας, στο βιβλίο του «Οδοιπο­ρικό ενός αντάρτη στο ΔΣΕ», γράφει τις προσωπικές του αναμνήσεις, σχετικά με το αποτρόπαιο γεγονός:
«Στο Μοναστήρι των Μελατών όπου ήταν η έδρα του κυβερνητικού στρατού βρίσκονταν και οι συμμορίες του Α. Παπαδόπουλου, Κ. Βόιδαρου και άλλων. Εδώ μεταφέρθηκαν οι τραυματίες και οι αιχμάλωτα αντάρ­τες. Μόλις νύχτωσε δόθηκε εντολή να γίνουν βασανιστήρια και σφαγή. Οι αδίστακτοι εγκληματίες πολέμου άρχισαν με τα μαχαίρια και τις λόγχες των όπλων τους να κατατρυπάνε τα σώματα των αιχμαλώτων και τελικά έκοψαν τα κεφάλια από τους περισ­σότερους αντάρτες. Στη συνέχεια άνοιξαν ομαδικό τάφο στη σμίξη του χειμάρρου που βρισκόταν ΒΑ στην είσοδο του συνοικισμού με τον Μελατιώτικο ποταμό και εκεί τους έριξαν όλους και τους σκέπασαν. Αρκετά από τα κομμένα κεφάλια τα έριξαν μέσα σε τσουβάλια και τα μετέφεραν με αυτοκίνητα οτην Άρτα.
(...) Περίπου στις 23/4/1947 και ώρα 11π.μ. (εγώ ήμουν τότε 16 χρό­νων) βρέθηκα στην Άρτα με 2 γαϊ­δούρια φορτωμένα καυσόξυλα, πήγα να τα πουλήσω στην πόλη. Προχω­ρώντας μέσα στο κέντρο της πόλης, και αφού έβγαινα από την πλευρά του Κάστρου στην πλατεία Μονοπω­λίου, είδα να έρχονται προς την πλα­τεία στρατιωτικά αυτοκίνητα τύπου "Στουνταμπέκερ". Πάνω σ' αυτά στέκονταν αξιωματικοί και στρατιώ­τες και κράταγαν στα χέρια τους τα κεφάλια των ανταρτών κάνοντας μάλιστα και επίδειξη στο κοινό, βρί­ζοντας και αισχρολογώντας με την πιο χυδαία ορολογία του υποκόσμου. Τα κεφάλια που ήταν στα 2 πρώτα αυτοκίνητα που πρόκανα να αντικρίσω ήταν κεφάλια παλικαριών, πρωτα­γωνιστών του Αλβανικού Έπους και της Εθνικής Αντίστασης, που σε μένα ήταν γνωστά από την ΕΑΜική Αντίσταση στο νομό Άρτας. Όλοι είχαν μακριά μαλλιά και γένια, τα κεφάλια κρατιόνταν από τα μαλλιά, η εικόνα ήταν φρικιαστική και αποτρό­παια και γύριζε τη μνήμη κάθε λογι­κού ανθρώπου στον Μεσαίωνα.
Ο κόσμος που βρέθηκε στην πλα­τεία και στους δρόμους κοντά σ' αυτή, αφού αντίκρισε την εικόνα φρί­κης, απόστρεψε το βλέμμα του από το φρικτό θέαμα και τράπηκε σε φυγή πέρα από τους κεντρικούς δρόμους και τις πλατείες της πόλης. Από ό,τι μου διηγήθηκαν και άλλοι γνωστοί μου χωριανοί και συγχωρια­νοί, που βρέθηκαν εκείνη την ημέρα στην Άρτα, η στρατιωτική αυτή επί­δειξη κατέληξε στην άλλη άκρη της πόλης στην πλατεία Κιλκίς και από εκεί στη διοίκηση της Χωροφυλακής της πόλης. Σε όλη την παραπάνω διαδρομή όπως προανέφερα, ο απλός κόσμος γύριζε τις πλάτες στην εικόνα και τρεπόταν σε μαζική φυγή.
Ο λαός της Άρτας, πολύ καλά γνώρι­ζε τον Θεόδωρο Ζαλοκώστα (καπε­τάν Παλιούρας) ως αξιωματικό στο Αλβανικό Μέτωπο το 1940-1941, σεμνότατο κομμουνιστή, στέλεχος και καθοδηγητή της ΕΑΜκής Αντί­στασης, άξιο καπετάνιο του 3/40 και 24ου Συντάγματος του θρυλικού ΕΛΑΣ. Επίσης, γνωστός ήταν στο νομό της Άρτας, ως καπετάνιος τάγ­ματος του 3/40 Συντάγματος, ο Κώστας Μίντζας. Η Άρτα γνώριζε πολύ καλά τον Γιάννη Φωτονιάτα, παλιό στέλεχος του ΚΚΕ, που ήταν μπροστάρης και οργανωτής στους αγώνες του λαού της Άρτας την περίοδο της κατοχής, ένας από τους οργανωτές του ΕΑΜ-ΕΑΑΣ στο νομό.
Από τον κλοιό κατάφεραν να ξεφύγουν βγαίνοντας πέρα από τα σύνορα του νομού Άρτας, κάποια τμήματα και μικρές ομάδες, που η τύχη τους δεν είναι καθόλου γνωστή. Δεν έχει ερευνηθεί, ποια ήταν η παραπέρα τύχη τους, τι έγιναν τα τμήματα αυτά, ποιοι είναι οι νεκροί, οι τραυματίες, και ποιοι τελικά διασώ­θηκαν. Ίσως μερικοί να βρίσκονται ακόμα ζωντανοί Είναι ανάγκη σήμε­ρα που ακόμα υπάρχουν επιζώντες σύντροφοι και συναγωνιστές, που έζησαν τα παραπάνω γεγονότα, να συμβάλουν στο να καταγραφούν αυτά που έγιναν σε εκείνη την ταραγμένη εποχή, παρουσιάζοντας το αγωνιστικό ύφος και ήθος των συναγωνιστών που έπεσαν ηρωικά στις μάχες του εμφυλίου πολέμου για την εθνική ανεξαρτησία της πατρίδας και για ένα καλύτερο μέλ­λον του λαού».

Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η μαρτυρία του κ. Στράτου Σταμάτη, που ο Κόκκινος Φάκελος κατάφερε να συλλέξει, γύρω από τα γεγονότα της σφαγής. Ο κ. Στράτος είχε επιταχθεί με τα μουλάρια του τότε από τον Εθνικό Στρατό για να εκτελεί μεταφορές ως ημιοναγωγός:
 
" Ο πατέρας μου πριν κάψουν το μοναστήρι οι Γερμανοί δούλευε καμιά φορά για τη μονή Μελάτων. Τους έκανε μεταφορές με τα γαϊδούρια του, γιατί είχε τότε προπολεμικά η οικογένειά μας εκτός από αρνιά και αρκετά γαϊδούρια. Με τον Εμφύλιο που ο πατέρας είχε πεθάνει τα πήρα εγώ με τα αδέρφια μου. Το 47 μας επίταξε ο Στρατός να κάνουμε μεταφορές. Μας δίναν φαγητό και λίγα χρήματα και κουβαλάγαμε τροφίματα και όπλα που τότε τα ονομάζανε "στοιχεία". Είχε ο Στρατός δυο λόχους στο μοναστήρι κι έκανε όλο επιχειρήσεις γύρω στα βουνά. Το πιο άσχημο όμως ήταν κείνος ο συφερτός από κατσαπλιάδες που τον ακολουθούσαν κι ήταν ικανοί για όλα. Άρπαζαν, βίαζαν και σκότωναν όποιον ήθελαν, κι είχαν πλήρη ασυλία. 
 
Ένα απόγεμα  φέραν στο μοναστήρι αιχμαλώτους αντάρτες. Ήταν αρκετές δεκάδες, αλλά δεν ξέρω πόσοι γιατί ούτε εμάς ούτε τους καλόγερους αφήσαν να πλησιάσουμε. Μερικοί ήταν απάνω σε φορεία με ματωμένα ρούχα. Τις γυναίκες αντάρτισσες πάλι τις κλείσανε χωριστά. Ο μοναχός Άγγελος ζήτησε από ένα λοχία να τους πάει λίγο νερό, κι εκείνος θυμάμαι του λέει "Δεν το χρειάζονται αυτοί. Πάνε για διάβα." Το βράδυ αργά ξυπνήσαμε από φωνές. Εγώ περίμενα στο μοναστήρι τότε να περάσει η νύχτα να πάω στην Άρτα το πρωί για δουλειές. 
 
Πήγα να βγω από το κελί που έμενα να δω τι γίνεται, κι ορμάει ένας φαντάρος εφόπλου λόγχη σαν να λέμε και μου φωνάζει " Μέσα ρε" Το όπλο μου το έφερε μέσα στα μούτρα. Οι φωνές μετά μερικές ώρες σταμάτησαν. Το πρωί μαθαίνω από τους μοναχούς ότι τους μακελέψανε όλους τους αντάρτες. Μόνο τις γυναίκες κρατούσανε ακόμα ζωντανές. 
 
Όταν ξεκίνησα να ετοιμάζω τα ζώα να φύγω, ακούω άλλες φωνές τώρα. Γυναικείες αυτή τη φορά και κλάματα. Και πάλι δεν τόλμαγα να πλησιάσω. Κι οι μοναχοί δε λέγαν κουβέντα. 
 
Στο δρόμο περάσανε δύο φορτηγά του στρατού με καρότσες. Είχανε επάνω ριγμένες λινάτσες και σκεπασμένα   κορμιά. Αφήνανε πίσω μια μυρουδιά που σου φερνε εμετό. Σαν από σφαγείο, μυρουδιά από αίματα. Τα φορτηγά τραβήξαν για το ρέμα κι είδα μετά από λίγο ότι πίσω αφήναν ρυάκια το αίμα που έσταζε από τις καρότσες. 
 
Αργότερα έμαθα πως μερικά κεφάλια των πιο γνωστών καπεταναίων τα πήγανε στο δημοτικό σχολείο στους Μελάτες να τα δούνε τα παιδιά. Άγρια πράματα. Μη συζητάς. Αλλά και στην Άρτα πήγαν κεφάλια και τα βάλανε σε παλούκια στην αγορά και τις πλατείες να τα βλέπει ο κόσμος. "
 
 
Κατάλογος νεκρών στις Μελάτες 

( Τα ονόματα δεν είναι όλα πλήρη και φυσικά ούτε και ο κατάλογος αφού ελάχιστα άλλα δεδομένα είναι γνωστά για τη σφαγή.)

Αγγέλης Αντώνης
Αγγέλης Μάνθος
Αλέξη Αγλαΐα
Αλεξίου Γιάννης
Αναγνώστου Γιάννης
Βάρδιας Δημήτρης
Βασιλείου Κώστας
Βόβολας Λάμπρος
Βόβολα Μαρία
Γαλαζούλα Βαγγέλη
Γερογιάννης Γιάννης
Γεωργονίκος Μίμης
Γιαννούλης Γιώργος
Γκαλιμάνης Χρή­στος
Γκαντζέλος Γιώργος
Γκένας
Γκίζος Γιώργος
Γκούμας Στέφανος
Δημοπούλου Καλλιρρόη
Δήμου Δημήτρης
Διονύσης Θόδωρος
Ζαλοκώοτας Θόδω­ρος
Ζιούτος Κώστας
Καλός Γιώργος
Καινούργιος
Καραγιάννης Γιάννης
Καραγιάννης Διομήδης
Καρακίτσου Ευτυ­χία
Καρανικόλας Μήτσος
Καρράς
Κατσινέλης Λάμπρος
Κεφάλας Σωτήρης
Κόκαλης Βασίλης
Κόκαλης Κώστας
Κολτούκης Γιώργος
Κότης Θανάσης
Κουρμέτζας Ηλίας
Κουβαράς Λεωνίδας
Κυρίτση Αφροδίτη
Κωσταντέλιας Κώ­στας
Κωνσταντίνου Λάμπρος
Λάιος
Λελοβίτης Πάνος
Λελοβίτης Χρήστος
Λιούκας Κώστας
Μακαβέλος Χρυσόστομος
Μανιώτης Βαγγέλης
Μαντέλος Βασίλης
Μίτζας Γιώργος
Μίτζας Κώστας
Μήτσης Δημήτρης
Μπάφας Νίκος
Μπαλάφας Αριστείδης
Μπα­νιά Κούλα
Μπάζης Γιάννης
Μπακογιάννης
Μπαντίδος Περικλής
Μπαντόλιας
Μπαλαδήμας Βασίλης
Μπαλαδήμα Ελένη
Μπαλαδήμας Κώστας
Μπαλτα­τζής
Νάκης Δημήτρης
Νικολός Αποστό­λης
Νικολός Γιάννης
Νούλα Ανθή
Νούτσος Κώστας
Νταβατζής Γιώργος
Ντάλλας Πέτρος
Παλιογιώργος Χρή­στος
Πάνου Δήμος
Παπαβασιλείου Χρήστος
Παπαγεωργίου Αχιλλέας
Παπαγιάννη Σοφία
Παπαγιάννης Δημή­τρης
Παπαγιάννης Χάρης
Παπαγιάννης Χρήστος
Παπαδημητρίου Αποστόλης
Παπαδημητρίου Δημήτρης
Παπακώστας Δημήτρης
Παπακώστας Κώστας
Παπακώστας Χρήστος
Παπανικολάου Κώστας
Παπανικολάου Διονύσης
Παπασπύρου Κώστας
Παππάς Γιώργος
Παππάς Κώστας
Παυλόπουλος Διονύ­σης
Πουρναράς Βελησάρης
Σακαγιάννης Βαγγέλης
Σαπρίκης Κώστας
Σκαν­δάλης Ηλίας
Σουβλής Γιώργος
Στάμος Κώστας
Στασινός Γιώργος
Τάτσης Γιώργος
Τζίμας Βασίλης
Τρίμπος
Τρομπούκη Δήμητρα
Τρομπούκης Θανάσης
Τσιγκαρίδας
Τσιούρης Χριστόφορος
Τσουμάνης Αποστόλης
Τσουμάνης Ηλίας
Υφαντής Δημήτρης
Φούντας Βάγιας
Φούντας Χρήστος
Φωτόνιατας Γιάννης
Χαριλόης Βάγιας
 
Πηγή: Δείτε εδώ 
 
 
Φωτογραφίες
 
Μνημείο του ΚΚΕ για τη μάχη στους Μελάτες το 1947

Κώστας Παλιούρας, καπετάνιος ΔΣΕ περιοχής Τζουμέρκα
 
Η μονή στις Μελάτες Άρτας σήμερα

Η μονή στις Μελάτες Άρτας σήμερα   
 



Παρασκευή, 28 Αυγούστου 2015

Πάλαιρος Αιτωλοακαρνανίας: Ένας μικρός ιστορικός θησαυρός


Ο Κόκκινος Φάκελος επισκέφθηκε το όμορφο χωριό Πάλαιρο, γνωστή και ως Ζαβέρδα, στην περιοχή της Αιτωλοακαρνανίας. 

Εκτός από τις όμορφες παραλίες της και τον γραφικό της περίπατο, η Πάλαιρος κρύβει και έναν μικρό ιστορικό θησαυρό μέσα στην πλούσια ιστορίας της. Στο αρχοντικό Ράγγου, που δεσπόζει στην πρόσοψή της, οι ιδιοκτήτες του έχουν την καλοσύνη να μας ξεναγήσουν. Εκτός από τον υπέροχα διατηρημένο διάκοσμο του αρχοντικού (όλα με το μεράκι και τα έξοδα των ιδιοκτητών), που διατηρεί το χρώμα μιας άλλης εποχής, πληροφορούμαστε ότι το κτίριο ήταν αρχηγείο του ΕΟΕΑ-ΕΔΕΣ κατά την περίοδο της Κατοχής.

Η παρουσία του ΕΔΕΣ έχει αφήσει τα ίχνη της στα υπόγεια του κτιρίου με τη μορφή ιστορικών επιγραφών (historical graffiti). Ζητάμε να τα δούμε και οι ένοικοι με χαρά σας επιτρέπουν να τα φωτογραφίσουμε. Μερικά από αυτά παρουσιάζουν ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον...Με χαρά σας παραθέτουμε το υλικό: 

Το αρχοντικό Ράγγου

Αναγράφεται: Να γαμήσο το μουνη από όλες της σηναγονήστριες. Προφανώς αναφέρεται στις αντάρτισσες του ΕΛΑΣ, ενδεικτικό της πολιτικής πόλωσης της εποχής.

Αναγράφεται: ΕΚΑΛΣ (?) ΕΠΟΝ

Αναγράφεται: ΖΗΤΟ ΤΟ ΕΔΕΣ





Ελεύθεροι σκοπευτές του ΔΣΕ - Νέα στοιχεία

Με τη συνδρομή αναγνώστη μας, του οποίου την ανωνυμία κρατούμε για λόγους ευγένειας και πρωτοκόλλου, ο Κόκκινος Φάκελος βρίσκεται σήμερα στην ευχάριστη θέση να αναρτήσει νέα συμπληρωματικά στοιχεία για τη δράση των ελεύθερων σκοπευτών του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας, στα πλαίσια άρθρου-διηγήματος που παλαιότερα είχαμε δημοσιεύσει. 

Για τη δράση των ελευθέρων σκοπευτών Τσιτώτα, Κυρίτση και Κουλουφάκου έχουμε αναφερθεί και στο παρελθόν. Έχουμε όμως και το παρακάτω μαρτυριακό υλικό που τους αφορά:

Οι Αγγελος Τσιτώτας, Μιχ. Κυρίτσης, και Αιμ. Κουλουφάκος μπήκαν μαζί στην Λάρισα. Ο Κουλουφακος πιάστηκε στο κρεβάτι του και παραδόθηκε αμαχητί. Στην Κατοχή του βρέθηκε μόνο ένα μαχαίρι ... Λίγες ώρες πριν ο Τσιτωτας του είχε ζητήσει και του έδωσε το προσωπικό πιστόλι του με το οποίο αυτοκτόνησε τελικά .  

Νωρίτερα το ίδιο βράδυ είχαν προσπαθήσει και οι τρεις να βγουν από την Λάρισα αλλά η πόλη ήταν αποκλεισμένη από μπλόκα του Στρατού.

Ο Κουλουφάκος καταδικάστηκε και εκτελέστηκε σαν " καπετάνιος ανεξάρτητης ομάδας " ο Τσιτωτας αυτοκτόνησε και ο Κυριτσης σκοτώθηκε σε συμπλοκή λίγο μετά .Το πτώμα του εκτέθηκε πάνω σε μια παλιά πόρτα στην αυλή της Εκκλησίας του Προφήτη Ηλία.

Επιπροσθέτως δημοσιεύουμε για πρώτη φορά φωτογραφίες του Αιμίλιου Κουλουφάκου ήρωα και ελεύθερου σκοπευτή του ΔΣΕ:
Ο Αιμ. Κουλουφάκος με την στολή και το δίκοχο του ΕΛΑΣ μετά την Απελευθέρωση

Το πίσω μέρος της φωτογραφίας. Έτερη ίδια φωτογραφία αναφέρει Ενθυμιον κατά της Απελευθεροσεος από τους γερμ Λαρισα 1/3/45. Επίσης αναφέρονται οδηγίες προς την γυναίκα του για τοποθέτηση αυτής της φωτογραφίας στον τάφο του μετά θάνατον.

Ο Αιμ. Κουλουφάκος με τη σύζυγό του Στυλιανή.

Χειρόγραφες οδηγίες του Αιμ. Κουλουφάκου για αναπαραγωγή της φωτογραφίας.
Ο Κόκκινος Φάκελος διατηρεί τα νόμιμα δικαιώματα αναπαραγωγής του υλικού. Τα πνευματικά δικαιώματα των φωτογραφιών ανήκουν στο Αρχείο ΧΛΚ.

Ευχαριστούμε πολύ τον ανώνυμο φίλο για την βοήθειά του και το υλικό του.

Παρασκευή, 21 Αυγούστου 2015

Το Ολοκαύτωμα του Μικροβάλτου

Στις 23 Αυγούστου 1943, ημέρα Σάββατο, απόσπασμα γερμανικού στρα­τού αποτελούμενο από 100 περίπου άντρες με αρκετούς ταγματασφαλίτες και Παοτζήδες του Μιχάλαγα, που ενεργούσαν εκκαθαριστική επιχείρη­ση στην περιοχή των Καμβουνίων, κατεβαίνοντας από το Λιβαδερό για το Τρανόβαλτο συνεπλάκησαν στον Άγιο Γεώργιο της Βογγόπετρας με ομάδα ανταρτών και άνδρες των δεκαρχιών του εφεδρικού ΕΛΑΣ των γύρω χω­ριών, που τους είχαν στήσει εκεί ενέδρα.
 
Στη μικροσυμπλοκή εκείνη σκοτώθηκε ένας Γερμανός στρατιώτης, τραυ­ματίστηκαν σοβαρά δυο και άλλοι ελαφρότερα. Οι καταχτητές με αφορμή το γεγονός αυτό και ακολουθώντας την τακτική των αντιποίνων έκαψαν όλα τα σπίτια της Βογγόπετρας καθώς και την εκκλησία με το σχολείο. Από τότε το χωριό αυτό ερημώθηκε και μέχρι σήμερα παραμένει ακατοίκητο.

Ύστερα από την καταστροφή της Βογγόπετρας οι Γερμανοί βάδισαν για το Τρανόβαλτο. Όταν οι κάτοικοι του χωριού αυτού πληροφορήθηκαν ότι ο εχθρός κατευθύνεται στο χωριό τους, φοβηθέντες το εγκατέλειψαν οι πε­ρισσότεροι και έτρεξαν να σωθούν στα δάση της “Βουργάρας”.

Οι Γερμανοί συνέχισαν και εδώ την ίδια τακτική. Έκαψαν αρκετά σπί­τια, την εκκλησία και το σχολείο, σκότωσαν την Ελένη σύζυγο Κων/ντίνου Γεωργακόπουλου, την Ελισάβετ σύζυγο του Χαρισίου Καψάλη από το Προ­σήλιο, έκαψαν μέσα στο σπίτι της την Βασιλική σύζυγο Ευθυμίου Αργυρόπουλου το γένος Παπανικοπούλου και συνέλαβαν όσους άνδρες βρήκαν μέ­σα στο χωριό. Αυτούς τους οδήγησαν στην τοποθεσία “Φτέρη” - μεταξύ Τρανόβαλτου και Μικρόβαλτου - και τους εκτέλεσαν.

 Οι εκτελεσθέντες είναι: Αργυρόπουλος Αντώνιος, Γκαραβέλας Νικόλα­ος, Δεληβάνης Νικόλαος, Ιωάννης Δανατσόπουλος, Ιωάννης Τζινόπουλος, Κουζιουκόπουλος Αντώνιος, Κουφονίκας Αντώνιος, Παπανικολάου Γεώρ­γιος, Πασχόπουλος Πάσχος, οι αδελφοί Χρήστος και Κων/ντίνος Πουλιόπουλοι και ο Χαρίσιος Καψάλης, κάτοικος Προσήλιου που έτυχε τη μέρα εκείνη να βρίσκεται με τη σύζυγό του για δουλειές στο Τρανόβαλτο.
Στο σημείο της εκτέλεσης η κοινότητα Τρανοβάλτου, αποτίοντας φόρο τιμής, έστησε μνημείο, στο οποίο αναγράφονται τα ονόματα όλων των θυ­μάτων της Κατοχής.

Ανάμεσα στους εκτελεσθέντες βρίσκονταν και ο Πανανικόπουλος ή Παπαγιάννης Αντώνιος, ο οποίος διέφυγε ως εκ θαύματος τον θάνατο. με τη ριπή του ο­πλοπολυβόλου έπεσε λιπό­θυμος ανάμεσα στους φονευθέντες κι έτσι σώθηκε.

Στη συνέχεια, οι Γερμα­νοί, με οδηγό τον Κων/νο Γεωργακόπουλο, που εξαιρέθηκε από την εκτέλεση έφθασαν στο Μικρόβαλτο. Και εδώ ένα μέρος των κατοίκων είχε εγκαταλεί­πει το χωριό και κατέφυγε σε διάφορες δασώσεις τοποθεσίες. Έμειναν ό­μως σ’ αυτό αρκετοί από τους κατοίκους του και κυρίως γέροι, γριές και παιδιά, οι οποίοι με επικεφαλής τον Παπαντώνη και τον πρόεδρο Δημήτριο (Μίκα) Σταθόπουλο υποδέχθηκαν τους καταχτητές, παριστάνοντας τους φι­λήσυχους και νομοταγείς πολίτες για να διασώσουν το χωριό τους. Οι πλη­ροφορίες που είχαν, έλεγαν πως οι Γερμανοί δεν πειράζουν τα χωριά εκεί­να, στα οποία οι κάτοικοι βρίσκονται στα σπίτια τους και ασχολούνται με τις εργασίες τους.

 Οι Γερμανοί, αν και είχαν άγριες διαθέσεις, φαίνεται πως ικανοποιήθηκαν από την υποδοχή που τους έγινε και από την παρουσία στο χωριό τόσων κατοίκων και στην αρχή δεν πείραξαν κανέναν. Κατά την έξοδό τους όμως από το χωριό κάποιος απ’ αυτούς έβαλε φωτιά στον αχυρώνα του Νικολάου Σταθοπούλου του Γεωργίου, που βρίσκονταν στη Ράχη. Στον αχυρώνα όμως αυτόν ο ιδιοκτήτης του, αντάρτης ο ίδιος του ΕΛΑΣ, είχε κρυμμένα κάτω από τα άχυρα διάφορα πυρομαχικά, από τον πόλεμο του 1940-41, τα οποία με τη φωτιά άρχισαν να εκπυρσοκροτούν. 

Ο Βαγγέλης Χαρισόπουλος του Χαρισίου, αντάρτης του ΕΛΑΣ, που μετά τη λήξη του εμφύλιου πολέμου διαμένει στα Σκόπια, μας διηγήθηκε πως οι Γερμανοί κατά την έξοδό τους από το χωριό στη θέση “Μπατζιλίκια” βρήκαν όπλα και χειροβομβίδες. Στην τοποθεσία αυτή ο εφεδρικός ΕΛΑΣ είχε παρατηρητήριο. Οι σκοποί, μόλις είδαν τους Γερμανούς να πλη­σιάζουν, εγκατέλειψαν τα όπλα και τις χειροβομβίδες και τρά­πηκαν σε φυγή. Βρίσκοντας αυ­τά οι Γερμανοί, γύρισαν πίσω αγριεμένοι στο χωριό. Διέταξαν τότε όλοι οι κάτοικοι να συγκε­ντρωθούν στο δημόσιο δρόμο, στη νοτιοανατολική άκρη του χωρίου. Εκεί χώρισαν τους άν­δρες από τις γυναίκες και τα παι­διά. Και τα μεν γυναικόπαιδα τα άφησαν ελεύθερα να φύγουν έξω από το χωριό, τους δε άν­δρες τους κράτησαν στη θέση αυτή. Στο μεταξύ άλλοι Γερμανοί είχαν αρχίσει να καίνε τα σπίτια του χωριού και να σκοτώνουν όσους εύρισκαν σ’ αυτά. Σε κάθε σπίτι έριχναν μια άσπρη σκόνη, που αναφλέγονταν μ’ ένα πυροβολισμό και έτσι καίγονταν το σπίτι. Μέσα σε λίγη ώρα ολόκληρο το χωριό είχε μετα­βληθεί σε μια κόλαση φωτιάς

Μαζί με τα σπίτια αποτεφρώθηκαν και η εκ­κλησία του Αγίου Γεωργίου και το διδακτήριο του Σχολείου. Τη φοβερή κατα­στροφή διέφυγαν μόνο τέσσερα σπίτια. Αυτά ήταν των Κων/ντίνου Χάϊδάρη, Κων/ντίνου Τζιούτζιου, Γεωργίου Αλεξοπούλου και Γεωργίου Παλιανόπουλου καθώς και το καμπαναριό του Αγίου Γεωργίου, που έστεκε για χρόνια στη μέση του χωριού επιβλητικός και μεγαλοπρεπής φύλακας των θλιβερών ερειπίων. 

Παράλληλα με την πυρπόληση των σπιτιών εκτελέστηκαν τη μέρα αυτή ή κάη­καν ζωντανοί στα σπίτια τους οι κάτωθι κάτοικοι του Μικροβάλτου:


Αλεξόπουλος Ευθύμιος, Βέττας ή Ζούλφος Βασίλειος, Γιαννόπουλος Χρηστός, Καβουρίδης ή Λύκος Παναγιώτης, Λαμπρόπουλος Ιωάννης, Παλιανόπουλος Χρήστος, Παπανικολάου Νικόλαος, Σταθόπουλος Ιωάννης, Σταθόπουλος Κων/ντίνος, Τζιώνας Ιωάννης και Τσινίκας ή Λαζαριώτης Αντώνιος.

Εξάλλου τραυματίστηκαν, ενώ προσπαθούσαν να διαφύγουν για να σωθούν οι Νατσιόπουλος Ιωάννης, Σταθόπουλος Αθανάσιος, Ζαραβίγκας Βασίλειος και Γιαννοπούλου Ιωάννα. Οι δύο τελευταίοι πέθαναν λίγο αργότερα από τα τραύματα που δέχτηκαν, γιατί δε βρέθηκε κανείς να τους δώσει βοήθεια.

Φεύγοντας οι Γερμανοί, μετά την ολοκλήρωση της καταστροφής, παρέλαβαν μαζί τους όλους τους άντρες που είχαν συγκεντρώσει και φύλαγαν να μη τους φύγουν και τους οδήγησαν στην Αιανή.

Με την αποχώρηση των Γερμανών, άρχισαν να καταφθάνουν στο χωριό, αναστατωμένοι και κλαίοντες, εκείνοι που είχαν σκορπισθεί και κρυφθεί στα αμπέλια, τα γύρω υψώματα και τα δάση. Η ατμόσφαιρα κοντά στο χωριό μύριζε από τις καμένες σάρκες των ανθρώπων και των ζώων. Φτάνοντας στο χωριό, αντίκρισαν ένα φρικαλέο θέαμα. Εκεί που άλλοτε ήταν τα γραφικά σπιτάκια τώρα μόνο στάχτες και ερείπια υπήρχαν, που ακόμα κά­πνιζαν. Πιο φρικτό όμως ήταν το θέαμα των νεκρών. Τραγικές εικόνες. Κορ­μιά πεσμένα στη γη, πλημμυρισμένα στο αίμα με τα μάτια και τα στόματα ανοιχτά, άλλα μισοκαμένα, αλλοιωμένα, αγνώριστα.

Μπροστά στο τρομαχτικό και απάνθρωπο αυτό θέαμα, ο ανθρώπινος πόνος ξέσπασε σ’ ένα ατέλειωτο μοιρολόγι. Έκλαιγαν ασταμάτητα οι γυ­ναίκες και τα παιδιά, ενώ οι άνδρες ατένιζαν με βουβό πόνο την τρομαχτι­κή καταστροφή. Όλο το χωριό βυθίστηκε στο πένθος και την οδύνη. Οι θρήνοι και οι οδυρμοί δεν έπαψαν να ακούονται όλη τη νύχτα που ακολού­θησε. Έκλαιγαν για τους νεκρούς, έκλαιγαν και για το κάψιμο των σπιτιών και την καταστροφή του νοικοκυριού τους, που με τόσους κόπους και ιδρώ­τα είχαν κάνει. Τόσο βαθειά ήταν η επίδραση του πόνου στον οργανισμό τους, που μέσα στη βραδιά αυτή, πολλών άσπρισαν τα μαλλιά τους.

 Τους νεκρούς έθαψαν την επομένη χωρίς παπά και νεκρώσιμη ακολου­θία, γιατί τον παπά τον είχαν πάρει οι Γερμανοί μαζί με τους άλλους άνδρες του χωριού και τον είχαν μεταφέρει στην Αιανή. Εκεί τους έκλεισαν στην εκκλησία της Κοίμησης της Θεοτόκου, που βρίσκεται κοντά στην πλατεία, όπου τους φύλαγε σκοπός. Στη διάρκεια όμως της νύχτας πολλοί απ’ αυτούς κατόρθωσαν να δραπετεύσουν και να γυρίσουν στο χωριό τους. Την επομέ­νη τους μετέφεραν στην Κοζάνη και από κει στη Φλώρινα, για να καταλή­ξουν τελικά στη Θεσσαλονίκη, στο στρατόπεδο πολιτικών κρατουμένων του Παύλου Μελά. Εξαίρεση έκαμαν μόνο για τον ιερέα Αντώνιο Καβουρίδη, τον οποίο ελευθέρωσαν και επέστρεψε στο Μικρόβαλτο.

 Στο στρατόπεδο κλείστηκαν οι εξής: Γιαννόπουλος Αντώνιος του Γεωργίου, Γιαννόπουλος Ευάγγελος του Αθανασίου, Καβουρίδης Νικόλαος του Γεωργίου, Μανάδης Γεώργιος του Χρήστου, Μανάδης Νικόλαος του Χρήστου, ο μετέπειτα ιερέ­ας του χωριού, Μπατσιάκας Βασίλειος του Αντωνίου, Κωτούλας Χαρίσιος του Νικολάου, Παπαντωνίου Κων/ντίνος του Αντωνίου, Παλιανόπουλος Ιω­άννης του Δημητρίου, Πιτσιλόπουλος Αθανάσιος του Στεργίου, Σταθόπουλος Βασίλειος του Ιωάννου, Σταθόπουλος Ευστάθιος του Πέτρου και Χαρισόπουλος Χαρίσιος του Ιωάννου.
 
Αυτοί έζησαν τη ζωή του φοβερού στρατοπέδου για ένα εξάμηνο περί­που με τον φόβο και την αγωνία στην καρδιά. Καθημερινά έβλεπαν τον καταχτητή να παίρνει συγκρατουμένους τους και να τους οδηγεί για εκτέλε­ση στο Επταπύργιο. Τέλος, αφέθηκαν ελεύθεροι με τη μεσολάβηση του κα- πετάν Μιχάλαγα, προς τον οποίο είχαν απευθυνθεί με επιστολή τους οι Δημήτριος Σταθόπουλος και Κων/ντίνος Νατσιόπουλος, πρόεδρος και γραμ­ματέας της Κοινότητας Μικροβάλτου αντίστοιχα, εκλιπαρώντας τον για τη σωτηρία τους. Ο Μιχάλαγας (Μιχάλης Παπαδόπουλος, ζωέμπο­ρος από τα Σέρβια), σημαίνον στέλεχος της οργάνωσης ΠΑΟ (Πανελλήνια Απελευθερωτική Οργάνωση) και στενός συνεργάτης των Γερμανών συγκινηθείς από το δράμα των ανθρώπων αυτών και των οικογενειών τους πήγε ο ίδιος στη Θεσσαλονίκη, παρουσιάστηκε στις εκεί στρατιωτικές αρχές Κατο­χής και ζήτησε ν’ αφεθούν ελεύθεροι, γιατί, είπε πως είναι δικοί του άνθρω­ποι και θα τους ενέτασσε στην ΠΑΟ. Έτσι ύστερα από τόσα βάσανα και δοκιμασίες κατόρθωσαν να σωθούν και να γυρίσουν στις οικογένειές τους.

Στις 10 Φεβρουάριου 1944 οι Γερμανοί σε νέα τους εκκαθαριστική επι­χείρηση στην περιοχή των Καμβουνίων ξαναπέρασαν από το Μικρόβαλτο. Οι ελάχιστοι κάτοικοι που έμειναν σ’ αυτό το εγκατέλειψαν, όταν πληροφορήθηκαν πως ο εχθρός πλησιάζει. Έτσι όταν οι Γερμανοί μπήκαν στο χωριό το βρήκαν έρημο και ακατοίκητο. Ξανάβαλαν τότε φωτιά και έκαψαν τα λίγα σπιτάκια που στο μεταξύ είχαν επισκευαστεί πρόχειρα. Στην επιδρο­μήν τους αυτή πυροβόλησαν και σκότωσαν στη θέση “Κρύα βρύση” το Βα­σίλειο Ζαραβίγκα, που τον αντιλήφθηκαν να φεύγει για να σωθεί. Ακόμα πυροβόλησαν και σκότωσαν στη θέση “Ρίζα” τα βόδια του Βασίλη Σταθόπουλου, που βοσκούσαν εκεί.

Ο Μικρόβαλτος ύστερα από τη φοβερή αυτή καταστροφή ερημώθηκε τελείως. Κανένας κάτοικος δεν έμενε πια στο χωριό. Όλοι πανικόβλητοι διασκορπίστηκαν στις γύρω δασώδεις περιοχές. Εκεί ζούσαν με στερήσεις, απομονωμένοι από τον άλλο κόσμο, με παρέα τον πόνο και την δυστυχία τους. Διέμεναν σε καλύβες, που κατα­σκεύασαν μόνοι κοντά στα ποιμνιοστά­σιά τους. Τα παιδιά τους δεν φοιτούσαν πια σε σχολείο και έμεναν αναλφάβη­τα. Ζούσαν πρωτόγονη ζωή με τη συνε­χή απειλή μιας νέας επιδρομής του ε­χθρού. Η κατάσταση αυτή συνεχίστηκε ως την απελευθέρωση (12 Οκτωβρίου 1944). Τότε μόνο αναθάρρησαν και αποφάσι­σαν να ξαναγυρίσουν στο εγκαταλειμ­μένο χωριό τους και ν' ασχοληθούν με την ανοικοδόμηση των ερειπωμένων σπιτιών τους.

Πηγή από εδώ 

Πέμπτη, 20 Αυγούστου 2015

Στρατόπεδο Χαϊδαρίου - Μέρος 2ο


Πάουλ Ραντόμσκι
Η γερμανική φρουρά


Στις 10 Σεπτεμβρίου το στρατόπεδο πέρασε στα χέρια των Γερμανών, οι οποίοι αρχικά το χρησιμοποίησαν ως παράρτημα των φυλακών Αβέρωφ, με διοικητή τον επιλοχία Ρούντι Τρέπτε (Roudi Trepte). Υπό τη γερμανική διοίκηση οι συνθήκες διαβίωσης έγιναν πολύ περισσότερο σκληρές: Οι κρατούμενοι παρέμεναν σχεδόν ολόκληρη την ημέρα στους θαλάμους τους, όπου έπρεπε να επικρατεί καθαριότητα και απόλυτη τάξη. Εκτός θαλάμου έβγαιναν μόνο τις ώρες του συσσιτίου, των προσκλητηρίων, της "γυμναστικής" και των αγγαρειών. To επισκεπτήριο επιτρεπόταν μόνο μία φορά τον μήνα. Σταδιακά ο αριθμός των κρατουμένων αυξανόταν. 

Τον Οκτώβριο έφτασαν τριακόσια άτομα από την Καλαμάτα, τα οποία είχαν συλληφθεί σε μπλόκα των Γερμανών στα χωριά τους. Στο Χαϊδάρι οι Γερμανοί τούς επέβαλαν συνθήκες απόλυτης απομόνωσης. Επιπλέον, στις αρχές Νοεμβρίου τετρακόσιοι κρατούμενοι - ως τότε των Ιταλών - μεταφέρθηκαν από τις φυλακές Αβέρωφ στο Χαϊδάρι.

Λόγω της συνήθειας του Τρέπτε να καληνυχτίζει τους κρατουμένους στα ελληνικά, τον αποκαλούσαν «Καληνύχτα». Η εσωτερική φρουρά του στρατοπέδου επί Τρέπτε αποτελούνταν από οκτώ άνδρες. Ως διερμηνείς όρισε τους κρατουμένους Παναγιώτη Μαυρομάτη και Ναπολέοντα Σουκατζίδη. Στις 21 Νοεμβρίου 1943 η Γκεστάπο συνέλαβε τους Τρέπτε, Μαυρομάτη και Σουκατζίδη και τους φυλάκισε στις φυλακές Αβέρωφ. Ο λόγος της σύλληψης αυτής παραμένει αδιευκρίνιστος - πιθανόν να σχετίζεται με κάποια κατάχρηση που έκανε ο Γερμανός διοικητής. 

Από τις 23 έως τις 28 Νοεμβρίου την προσωρινή διοίκηση του στρατοπέδου ανέλαβε κάποιος λοχίας (δεν διασώζεται το όνομά του), ο οποίος χρησιμοποίησε ως διερμηνέα τον Δημήτρη Τουλούπα.

Στις 29 Νοεμβρίου η διοίκηση πέρασε στα χέρια των SS και του διαβόητου ταγματάρχη Πάουλ Ραντόμσκι (Paul Radomski). Ο τελευταίος μεν είχε διατελέσει Διοικητής σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Syrets και είχε φήμη βαρβαρότατου και ανελέητου αγριάνθρωπου. Η ανάληψη της διοίκησης του στρατοπεδου από τις δυνάμεις των SS οργανώθηκε από τον στρατηγό Γιούργκεν Στρόοπ (Jürgen Stroop), o οποίος τοποθετήθηκε ως επικεφαλής της SS στην Αθήνα τον Σεπτέμβριο του 1943 και παρέμεινε σε αυτή τη θέση μόνο μέχρι τον Νοέμβριο του 1943. Στόχος του ήταν η καταγραφή, η σύλληψη και η αποστολή στην Πολωνία όλων των Ελλήνων Εβραίων. Επίσης, ο Στρόοπ οργάνωσε στην Αθήνα την Γκεστάπο δημιουργώντας ειδικά δωμάτια βασανιστηρίων και τα απομονωτήρια.


Oι γυναίκες στο Χαϊδάρι


Η πρώτη κρατούμενη στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου ήταν η Ηλέκτρα Αποστόλου, που έφτασε στις 7 Δεκεμβρίου 1943 και κλείστηκε στον θάλαμο 11 του Μπλοκ 15. Σταδιακά, μεταφέρθηκαν αρκετές γυναίκες, χριστιανές και Εβραίες, που τοποθετήθηκαν στον θάλαμο 29 του ίδιου Μπλοκ. Μεταξύ αυτών ήταν και η Ηρώ Κωνσταντοπούλου.

Τον Ιανουάριο οι γυναίκες μεταφέρθηκαν στο Μπλοκ 11 και δύο μήνες αργότερα στο Μπλοκ 6. Η πρώτη εκτέλεση που περιλάμβανε και γυναίκες έγινε στις 2 Μαΐου 1944. Μεταξύ των κρατουμένων στο Χαϊδάρι ήταν και η Λέλα Καραγιάννη, η οποία κλείστηκε στην απομόνωση και ακολούθως εκτελέστηκε στις 8 Σεπτεμβρίου 1944 στο Δαφνί, στον χώρο όπου σήμερα είναι ο Διομήδειος κήπος. Υπολογίζεται ότι στο Χαϊδάρι κρατήθηκαν πάνω από 300 χριστιανές και περίπου 2.500 Εβραίες γυναίκες. 

Ελάχιστες από τις Εβραίες, γύρω στις είκοσι, κατάφεραν να ελευθερωθούν από το Χαϊδάρι -ήταν όσες είχαν κάνει μεικτό γάμο ή είχαν ξένη υπηκοότητα. Από τις χριστιανές εκτελέστηκαν 31, ενώ 161 στάλθηκαν όμηροι στη Γερμανία.


Ως προπαγανδιστικό μέσο εκφοβισμού (Α. Μ. Δρουμπούκη)


Η ισχύς του Χαϊδαρίου ήταν πρωταρχικά η φήμη του, που λειτουργούσε ως μέσο εκφοβισμού και ψυχολογικής καταβαράθρωσης των Αθηναίων πολιτών. Για τον λόγο αυτό και οι Γερμανοί φρόντιζαν να κάνουν γνωστή την ύπαρξη του στρατοπέδου μέσα από διακηρύξεις. Οι ναζιστικοί μηχανισμοί εξουσίας έθεταν υπό καθημερινή επιτήρηση τη διαγωγή, την ταυτότητα, τη δραστηριότητα υπόπτων που απάρτιζαν τον αθηναϊκό πληθυσμό. Όπως αναφέρεται στην Ψυχοπαθολογία της Πείνας

Οι εκτελέσεις αθώων ομήρων, τα μπλόκα, τα βασανιστήρια της Μέρλιν, το στρατόπεδο του Χαϊδαρίου, οι χωρίς λόγο εκτοπισμοί, έβρισκαν δημοσιότητα με το ραδιόφωνο και τον τύπο. Ο καθημερινός κατάλογος ομήρων που εκτελέστηκαν ήταν αναπόσπαστο κομμάτι του συνηθισμένου μας τοπίου κατά την Κατοχή. Πολύ συχνά έβρισκε κανείς στους δρόμους πτώματα παραμορφωμένα από τα βασανιστήρια , ολότελα γυμνά, που οι Γερμανοί εγκατέλειπαν κατά τη νύχτα στα σταυροδρόμια, για να τρομοκρατήσουν του υπόλοιπο πληθυσμό. Η δημοσιότητα και η θεαματική δράση είχαν σαν σκοπό να εξάψουν τη φαντασία του πλήθους. Tις περισσότερες φορές πιο πολύ ενδιαφέρονταν για αυτές παρά για τη σύλληψη των πραγματικών ενόχων. 

Ο Θέμος Κορνάρος,  κρατούμενος κι αυτός του Χαϊδαρίου συνηγορεί πως η χρήση τ9ου στρατοπέδου ως προπαγανδιστικού όπλου εκφοβισμού ήταν το κύριο μέλημα των Γερμανών: 

Η ίδρυση του Χαϊδαρίου έχει έναν πιο σοβαρό σκοπό... Η διαμονή εκεί έπρεπε να έχει το αβέβαιο, το αόριστο, το διαρκώς επικίνδυνο. Να γίνει μπαμπούλας, φόβητρο, συνώνυμο με τον Χάρο και να παραδοθεί έτσι στη φαντασία του ευαίσθητου λαού μας... Ιδρύθηκε περισσότερο για τους έξω και λιγότερο για τους ίδιους τους κρατούμενους. 

Αυτό μας θυμίζει  τη "σκηνοθεσία του τρόμου" που ασκούσε η μηχανική της εξουσίας στην αφήγηση του Φουκό: " Ένα κρυμμένο βασανιστήριο είναι ένα βασανιστήριο υπό προνομιακές συνθήκες και πλανάται η υποψία ότι δεν ήταν αρκετά άτεγκτο." Ένα βασανιστήριο δεν θα είχε κανένα αποτέλεσμα και νόημα αν είχε εκτυλιχθεί σε συνθήκες απόλυτης μυστικότητας. Αντίθετα, η τιμωρητική πρακτική γεννάει τον παραδειγματισμό, μια εντύπωση τρόμου. Η μάζα των κρατουμένων στο Χαϊδάρι, ενταγμένη σε αυτό το κυρίαρχο σύστημα καθυπόταξης, χρησιμοποιήθηκε στο πλαίσιο του παραδειγματισμού και της υπόδειξης του "ορθώς πράττειν", που στη συγκεκριμένη περίπτωση συνδέονταν με τις μηδενικές πράξεις αντίστασης. 


Ναπολέων Σουκατζίδης


Κάθε αναφορά ή αφιέρωμα στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου θα ήταν ατελές χωρίς μια ξεχωριστή αναφορά στον ήρωα του στρατοπέδου, του λαϊκού απελευθερωτικού κινήματος και του ΚΚΕ, Ναπολέοντα Σουκατζίδη. 

Ο Ναπολέων Σουκατζίδης γεννήθηκε στην Προύσα το 1909. Μετά την Μικρασιατική καταστροφή εγκαταστάθηκε μαζί με την οικογένειά του στην Κρήτη, στην περιοχή του Αρκαλοχωρίου. Σπούδασε στην Ανώτατη Εμπορική Σχολή στο Ηράκλειο και έγινε λογιστής. Ήταν πολύγλωσσος, ήξερε Ρωσικά, Αγγλικά, Γερμανικά, Γαλλικά καθώς και Τούρκικα, επίσης είχε και συγγραφικό έργο. Ήταν στέλεχος του ΚΚΕ, και συνδικαλιστικό στέλεχος. Υπήρξε πρόεδρος των Εμποροϋπαλλήλων Ηρακλείου και εξαιτίας της συνδικαλιστικής δράσης του συνελήφθη από τη Δικτατορία Μεταξά και εξορίστηκε στον Αϊ Στράτη.

Από τον Αϊ Στράτη μεταφέρθηκε τον Απρίλη του 1937 στις φυλακές της Ακροναυπλίας, στην Κατοχή στις φυλακές των Τρικάλων και της Λάρισας και τελικά παραδόθηκε από το καθεστώς του Μεταξά μαζί με εκατοντάδες άλλους πολιτικούς κρατούμενους στους Γερμανούς κατακτητές ώσπου κατέληξε στο Στρατόπεδο συγκέντρωσης Χαϊδαρίου. Στο Χαϊδάρι επειδή γνώριζε γερμανικά εκτελούσε χρέη διερμηνέα.

Ανάμεσα στους 200 εκτελεσμένους της Πρωτομαγιάς του 1944 στο Σκοπευτήριο βρίσκεται και το όνομα Σουκατζίδης. Δεν δέχθηκε να μην εκτελεστεί και να πάει άλλος στη θέση του, παρά το γεγονός ότι ο στρατοπεδάρχης του Χαϊδαρίου προσφέρονταν να το εξαιρέσει από τη λίστα των μελλοθανάτων.








 

 

Τρίτη, 18 Αυγούστου 2015

Στρατόπεδο Χαΐδαρίου - Μέρος 1ο

Σκίτσο της πύλης

Το Χαΐδάρι στις δυτικές συνοικίες της Αθήνας με 5.869 κατοίκους το 1940, υπήρξε την περίοδο της τριπλής Κατοχής σημαντικότερο πεδίο εφαρμογής των κατασταλτικών μεθόδων και αντιποίνων των γερμανικών κατοχικών δυνάμεων, αλλά και ένα άγνωστο αλλά σημαντικό στρατόπεδο συγκέντρωσης.

Κατασκευασμένο το 1937 από τη Μεταξική Δικτατορία, το στρατόπεδο Χαΐδαρίου χρησίμευσε αρχικά ως στρατώνας, χωρίς όμως ποτέ να ολοκληρωθεί από τη Δικτατορία ως κτιριακό συγκρότημα. Η περίοδος όμως που το στρατόπεδο Χαΐδαρίου ξεκίνησε την πραγματικά νοσηρή ιστορία του ξεκινά το 1943. Στις 2 Σεπτεμβρίου του 1943, το στρατόπεδο θα περάσει στην διοίκηση των ιταλικών δυνάμεων κατοχής, ενώ μερικές ημέρες μετά, στις 10 του ίδιου μήνα το στρατόπεδο Χαΐδαρίου θα περάσει στα χέρια των Γερμανών. 

Στο στρατόπεδο Χαΐδαρίου θα εγκατασταθεί κλιμάκιο της SD, της Υπηρεσίας Ασφαλείας των SS, τα έργα και τις ημέρες της οποίας μνημονεύει άρτια ο Μπέρτολντ Μπρεχτ. 

Οι πρώτοι κρατούμενοι του στρατοπέδου Χαΐδαρίου υπήρξαν, όπως μας καταμαρτυρεί και ο Αντώνης Φλούντζης (ιατρός, στέλεχος του ΚΚΕ, κρατούμενος της Ακροναυπλίας και κρατούμενους Χαΐδαρίου) κομμουνιστές και στρατιώτες του Αλβανικού. Συγκεκριμένα, στις 3/9/43 μεταφέρονται στο Χαΐδάρι 590 κρατούμενοι. Από αυτούς 243 ήταν κομμουνιστές της Ακροναυπλίας, 20 κομμουνιστές από τον τόπο εξορίας της Ανάφης και 327 αιχμάλωτοι των Ιταλών, κυρίως οπλίτες του Αλβανικού. Οι κομμουνιστές κρατούμενοι υπήρξαν κρατούμενοι της Μεταξικής Δικτατορίας που παραδόθηκαν αθρόα στις δυνάμεις κατοχής.

Το Χαΐδάρι από εκεί και έως την αποχώρηση των Γερμανών θα λειτουργήσει ως στρατόπεδο συγκέντρωσης και μεταγωγών, αλλά και ως στρατόπεδο εξόντωσης με βάση τους κανονισμούς που ίσχυαν σε όλα τα ναζιστικά στρατόπεδα. 

Τον Απρίλιο του 1943, 1900 Εβραίοι κρατούμενοι του Χαΐδαρίου από την Αθήνα θα αποσταλούν από το Χαΐδάρι στο Άουσβιτς. Τη δεύτερη εβδομάδα του Απριλίου του ίδιου έτους, μια ακόμα από στολή 1000 περίπου Εβραίων θα αποσταλεί ξανά από το Χαΐδάρι στο Άουσβιτς. Από αυτούς, ο γιατρός του Άουσβιτς Γιόζεφ Μένγκελε θα επιλέξει 320 άνδρες και 328 γυναίκες για τα ψευδοιατρικά του πειράματα.

Τον Μάρτιο του 1944 οι Εβραίοι του στρατοπέδου αριθμούν τους 3000. Από το Χαΐδάρι, σε διάφορες αποστολές, πέρασαν για τα γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης οι 1673 Εβραίοι της Ρόδου και της Κω και άλλων ελληνικών πόλεων. Ο Αντώνης Φλούντζης εκτιμά ότι στο Χαΐδάρι κρατήθηκαν περίπου 15000 κρατούμενοι και μεταφέρθηκαν περίπου 20000 Εβραίοι. Ελάχιστοι επέστρεψαν.


Το Μπλοκ 15


Στο στρατόπεδο Χαΐδαρίου διενεργούνταν και ανακρίσεις κρατουμένων που ήταν ύποπτοι για αντιστασιακή δράση. Στο Χαΐδάρι βασανίστηκαν εκατοντάδες κομμουνιστές και αντιστασιακοί του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, αλλά και άλλων αντιστασιακών οργανώσεων, όπως αυτή της Λέλας Καραγιάννη. Προσφιλείς μέθοδοι βασανισμού ήταν το λουρί της Ιεράς Εξέτασης, το μαστίγωμα και η ηλεκτρική καρέκλα. 

Εμβληματικότερο όμως σημείο του στρατοπέδου έμεινε το Μπλοκ 15 του στρατοπέδου. 

Το Μπλοκ 15 είναι ένα διώροφο τσιμεντένιο κτίριο με σιδερόφρακτα παράθυρα το οποίο οι Γερμανοί χρησιμοποιούσαν ως απομόνωση, θάλαμο βασανιστηρίων και θάλαμο μελλοθάνατων. Έμεινε γνωστό για τις φρικτές συνθήκες κράτησής του, αλλά και για την διαρκή κράτηση τους εκεί, των αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης και του ΚΚΕ. 

Στο Μπλοκ 15 κρατήθηκαν επίσης Εβραίοι αλλά και άλλες πολιτικές προσωπικότητες της εποχής που πέρασαν από το μπλοκ για 2-3 μέρες κυρίως για λόγους εκφοβισμού. Από το μπλοκ πέρασαν η ηθοποιός Ρένα Ντορ, ο καθηγητής Μανόλης Κριαράς και η σύζυγός του, ο συνθέτης Νίκος Σκαλκώτας, ο ηθοποιός Γιώργος Οικονομίδης και ο πολιτικός Θεμιστοκλής Σοφούλης. 

Το Μπλοκ 15 αποτελούνταν από 12 κελιά διαστάσεων 1 επί 2,5 σε κάθε όροφο με τέσσερις θαλάμους. Διέθετε ένα φυλάκιο, ένα αποχωρητήριο σε κάθε όροφο και συνολικά 4 νιπτήρες. Στο κάθε κελί κρατούνταν σε αυστηρή απομόνωση ένα άτομο. Οι Γερμανοί άφηναν επίτηδες ασοβάντιστο το κτίριο προκειμένου το δυσοίωνο περιβάλλον εγκατάλειψης να επηρεάζει την ψυχολογία των κρατουμένων. Οι κρατούμενοι κρατούνταν όρθιοι όλη μέρα, πολλές φορές χωρίς φαγητό και νερό. 

Πολλοί κρατούμενοι τελικά πέθαιναν λόγω του κρύου, των ανθυγιεινών συνθηκών και της ασιτίας. Εκτός από τις ψείρες και τους αμέτρητους κοριούς, οι κρατούμενοι αναγκάζονταν να χρησιμοποιούν την τουαλέτα μόνο μια φορά τη μέρα για 2-3 λεπτά και πολύ συχνά οι φρουροί τους ξυλοκοπούσαν για να αποσπάσουν κάποια ομολογία. 

Όσοι κρατούνταν στο μπλοκ έβγαιναν μόνο μια φορά τη μέρα στο προαύλιο για 20 λεπτά και υπό αυστηρή επιτήρηση. 

Το προσωπικό φύλαξης του στρατοπέδου αλλά και του Μπλοκ 15, ήταν μέλη των SS δεύτερης διαλογής, στρατολογημένοι σε μεγάλη ηλικία και από χώρες όπως η Πολωνία και η Ουγγαρία. Λόγω της κατωτερότητας που αισθάνονταν απέναντι στους Γερμανούς, εξωτερίκευαν το μίσος τους στους κρατούμενους υποβάλλοντάς τους πολλές φορές σε αυτοσχέδια αλλά εξίσου φρικτά μαρτύρια. 

Όλοι οι νέοι κρατούμενοι του στρατοπέδου Χαΐδαρίου κρατούνταν υποχρεωτικά το πρώτο βράδυ στο Μπλοκ 15. Ο σκοπός αυτής της κράτησης ήταν φυσικά ψυχολογικός και στόχευε στο σπάσιμο του ηθικού τους. Ο θάλαμος 4 του μπλοκ χρησίμευε και ως χώρος συγκέντρωσης για το γδύσιμο των μελλοθανάτων, οι οποίοι συνήθως παρέμεναν 4- 12 ώρες στο θάλαμο. Στους τοίχους των κελιών και των θαλάμων, οι κρατούμενοι έγραφαν μικρά μηνύματα και τα ονόματά τους. 

Μετά την απελευθέρωση του στρατοπέδου, ειδική υπηρεσία κατέγραψε τα μηνύματα αυτά, τα οποία φυλάσσονται στις αποθήκες της παλιάς έδρας του Εγκληματολογικού Μουσείου στο Γουδή. 


Φωτογραφίες

Το Μπλοκ 15 σήμερα

Θάλαμος στο Μπλοκ 15

Φωτογραφία του Μπλοκ 15 μετά την Απελευθέρωση

Μηνυμα στον θάλαμο των μελλοθανάτων
 

Πηγές

  • Θέμος Κορνάρος, Στρατόπεδο του Χαΐδαρίου, Αθήνα 1963
  • Αντώνης Φλούντζης, Χαΐδάρι, Αθήνα 1962
  • Το εξαιρετικό βιβλίο της Άννας Μαρίας Δρουμπούκη, Μνημεία της Λήθης, Αθήνα 2014
 




Δευτέρα, 17 Αυγούστου 2015

Σαν σήμερα: 71 χρόνια από το μεγάλο μπλόκο της Κοκκινιάς

Ήταν κοντά 3 τα ξημερώματα της Πέμπτης 17 Αυγούστου 1944, όταν οι Γερμανοί με τους Έλληνες συνεργάτες τους – κουκουλοφόρους, ξεκίνησαν μια επιχείρηση που οδήγησε σε λουτρό αίματος με ομαδικές εκτελέσεις, εμπρησμούς και λεηλασίες σπιτιών.


Παρουσιάζουμε συνέντευξη με μέλη της Πανελλήνιας Ένωσης Αγωνιστών Εθνικής Αντίστασης (ΠΕΑΕΑ) παραρτήματος Νίκαιας, που είχαν ζήσει τα συγκεκριμένα γεγονότα.

Οι αντιστασιακοί είναι οι: Δημήτρης Μαυράκης, Μαρίτσα Παπαδημητρίου – Κοκκινάρη, Δέσποινα Κρομμυδάκη.

 Οι συνεντεύξεις τους προέρχονται από το εξαντλημένο πια βιβλίο «Εργατικές Ιστορίες – συνεντεύξεις με πρωταγωνιστές του εργατικού κινήματος στην Ελλάδα από το 1920 έως το 1967». Εκδόσεις BUX 1998, συγγραφέας Νάσος Μπράτσος.


Δ.Κ.: «Τότε η Κοκκινιά απαρτίζονταν, όπως και σήμερα, από προσφυγιά που είχε καυτά ζωτικά προβλήματα. Ο λαός που είχε έρθει από τη Μικρά Ασία, από τον Πόντο και από άλλες περιοχές, ήταν ρακένδυτος, χωρίς στέγη, χωρίς το νοικοκυριό του. Τα είχαν αφήσει εκεί πέρα, που τους είχαν κυνηγήσει οι Τούρκοι και τους ξεκληρίσανε. Φοβούμενοι μήπως χάσουν και τη ζωή τους, προτιμήσανε να εγκαταλείψουν τα υπάρχοντά τους και να έρθουν στην Ελλάδα και να ξαναρχίσουν πάλι από την αρχή. Ο κόσμος αυτός είχε συσπειρωθεί γύρω από τα εργατικά σωματεία και αγωνιζότανε για να μπορέσει να επιβιώσει εδώ. Τα προβλήματά τους ήταν η εργασία, η στέγη, φως, νερό κλπ και συσπειρώθηκαν γύρω από το εργατικό ΕΑΜ.

Τότε όλοι οι ξένοι (Γερμανοί, Ιταλοί, Άγγλοι) είχανε τα βλέμματά τους στραμμένα στην Ελλάδα και όταν συστάθηκαν ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-ΕΠΟΝ με αιμοδότη το ΚΚΕ, στα διάφορα καλέσματα που έκανε το εργατικό ΕΑΜ, ο λαός της Κοκκινιάς και ιδιαίτερα η προσφυγιά, ήταν πρώτη και ενωμένη.

Οι φασίστες ονομάζανε την Κοκκινιά “Μικρή Μόσχα” και είχαν βάλει στόχο να μας ξεκληρίσουνε. Καλούσαν να παρουσιαστούμε με ψηλά τα χέρια στην πλατεία του Αγίου Νικολάου και από εκεί άλλους θα τους κρατούσανε, άλλους θα τους πηγαίνανε στη Γερμανία, άλλους στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου για εκτέλεση, κλπ».

Δ.Μ: «Οι Γερμανοί μαζί με τους ταγματασφαλίτες, άρχισαν από το Μάρτη μέχρι τον Αύγουστο που έγινε το μπλόκο, να μπαίνουν κρυφά με πολιτικά στην περιοχή. Γίνονταν όμως αντιληπτοί, τους κυνηγούσανε και έφευγαν.

Υπήρχαν πληροφορίες πριν το μπλόκο για κάποιες κινήσεις των Γερμανών και πάντα ο ΕΛΑΣ έπαιρνε τα μέτρα του. Και περιφρούρηση το βράδυ έβγαινε και φρουραρχείο είχε. Συλλαμβάναμε διάφορους γερμανοτσολιάδες με πολιτικά, τους παίρναμε τα ρούχα και φεύγανε γυμνοί.

Οι μάχες στην περιοχή της Νίκαιας, άρχισαν στις 7 του Μάρτη. Δόθηκε σκληρή μάχη από τον ΕΛΑΣ και έτσι δεν κατάφεραν να μπουν στην Κοκκινιά. Ξαναδοκίμασαν πάλι, αλλά δεν κατάφεραν τίποτα. Τότε ετοίμασαν άλλο σχέδιο και στις 15 Αυγούστου, δεν επιχείρησαν να μπουν κατευθείαν στην Κοκκινιά, αλλά να μπαίνουν σιγά – σιγά, από την Αγιά Σοφιά, τα Μανιάτικα, να κυκλώνουν δηλαδή την Κοκκινιά.

Γίνονταν μάχες με τον ΕΛΑΣ αλλά 17 Αυγούστου μπήκαν μέσα και κύκλωσαν την Κοκκινιά από βραδύς. Με τις ντουντούκες που είχαν καλούσαν όλους τους άνδρες, από 15 χρονών έως 60, να παρουσιαστούν όλοι στην πλατεία της Οσίας Ξένης.  Tα συνθήματα τα φωνάζανε οι προδότες που ήξεραν ελληνικά».

Δ.Κ.: «Οι προδότες της εποχής εκείνης που ματοκύλισαν την Κοκκινιά, δείχνοντας στους Γερμανούς τους προοδευτικούς ανθρώπους, ήταν οι παρακάτω: ο Μπατράνης, ο Βακαλόπουλος, ο Σγούρος, ο Πλυντζανόπουλος, κλπ. Οι χαφιέδες αυτοί είχαν παράδοση συνεργασίας και με τη δικτατορία του Μεταξά».

Δ.Μ.: «Όταν γέμισε η πλατεία της Οσίας Ξένης, από τους συγκεντρωμένους, τους γονάτισαν όλους. Βάλανε τότε τις κουκούλες οι χαφιέδες και περνάγανε δίπλα από τον κόσμο και έδειχναν. Όποιον έδειχναν τον έπαιρναν για εκτέλεση στη μάντρα. Όπου υπήρχε παράνομος που κρυβόταν, οι Γερμανοί έβαζαν φωτιά στη συνοικία. Το μεγαλύτερο ολοκαύτωμα έγινε στην περιοχή Αρμένικα. Τα σπίτια τα λαμπάδιασαν και εκτέλεσαν πολλούς στη μάντρα που σήμερα είναι το γήπεδο.

Τη μέρα του μπλόκου έγινε μάχη με την Κουμπάτη τη Διαμάντω. Σκοτωθήκανε πολλοί κι έμεινε μόνη της. Την φέρανε σέρνοντας από τα μαλλιά στη μάντρα για την εκτέλεση.

Όσοι δεν εκτελέστηκαν τους πήγαν στο Χαϊδάρι κι από εκεί στη Γερμανία. Οι Γερμανοί εκτέλεσαν κι ένα προδότη, τον Μπαστράνη, μέχρι κι αυτοί τον σιχάθηκαν. Έψαξαν τα σπίτια κι όποιον έβρισκαν κρυμμένο, τον εκτελούσαν επιτόπου στο δρόμο. Γι αυτούς τους εκτελεσμένους, κάνουμε κάθε χρόνο στις 17 Αυγούστου μια ειδική εκδήλωση, που τη λέμε «τα Στεφανώματα». Δηλαδή στον τόπο των εκτελέσεων, καταθέτουμε στεφάνι και λέμε και δύο λόγια. Υπήρχε και κόσμος που κατάφερε να φύγει από την περιοχή και βγήκε στην παρανομία».

Δ.Κ.: «Οι εκτελεσμένοι ήταν γύρω στα 200 άτομα, αλλά δεν είναι οι μόνοι νεκροί της περιοχής, αφού τόσο στον αγώνα εναντίον των Ιταλών, όσο και ενάντια στους Γερμανούς, αλλά και αργότερα στους Άγγλους, είχαμε νεκρούς. Την ημέρα του μπλόκου, που θα μείνει στη μνήμη όλων μας, είναι το αιματοκύλισμα, αλλά πιο πολύ εντύπωση μου έκανε το σπάσιμο της επάνω μάντρας των Αρμένικων. Είχανε στοιβάσει όλα τα άτομα το ένα πάνω στο άλλο και βγήκε το χωνί και είπε να έρθουν οι οικογένειες να πάρουν τους νεκρούς τους για να τους θάψουνε.

Όμως δεν υπήρχανε τότε τα κατάλληλα μέσα, εμένα προσωπικά μου έκανε εντύπωση του Μπογδάνου η περίπτωση, που ήρθε στη μάντρα στα Αρμένικα και πήρε το παιδί του σαν σφαγμένο πρόβατο, το έβαλε στον ώμο του και το κατέβασε σπίτι του, βάφοντας όλο τον δρόμο με αίμα.

Επειδή έζησα όλα αυτά τα γεγονότα, θα φωνάζω με όλη μου τη δύναμη που έχει απομείνει, ποτέ πια πόλεμος, ποτέ πια φασισμός, εδραίωση της ειρήνης σε όλες τις χώρες».


Δ.Μ.: «Παρά τα θύματα που είχε ο Κοκκινιώτικος λαός, συνέχισε τον αγώνα με διαμαρτυρίες, με συγκεντρώσεις και ξαναβρήκε το ηθικό του, μέσα σε ένα τέτοιο κακό.

Ο αντίκτυπος του μπλόκου ήταν να δυναμώσει το αντιστασιακό κίνημα. Τα χτυπήματα σε βάρος των κατακτητών τα συνεχίσαμε και φυσικά ξέραμε ποιοι προδότες τους είχαν βοηθήσει, έτσι ώστε κάναμε αυτό που έπρεπε, τα χτυπήματα πήραν το δρόμο που έπρεπε να πάρουν.

Για το σήμερα, για τις ομάδες των νοσταλγών του φασισμού που εμφανίζονται αμελητέες, έχω να πω ότι το μικρό γίνεται μεγάλο. Ξεκινάει κάτι με 5-6 άτομα, γίνονται 10-20 και ανεβαίνει. Το κακό πρέπει να το χτυπάς στη ρίζα του.

Βλέπω ότι ορισμένοι μεγαλοκαρχαρίες και κυβερνήσεις, υποστηρίζουν έμμεσα τους νεοναζί. Εάν θέλουνε μπορούσαν να τους είχαν εξαφανίσει μόλις είχαν εμφανιστεί, όμως τους άφησαν και μεγαλώνουν και τους βοηθάνε.

Μέχρι και στα γραφεία μας έστειλαν απειλητικές επιστολές και αγκυλωτούς σταυρούς. Εμείς αυτή την κατάσταση την πολεμήσαμε και θα συνεχίσουμε. Τον αγώνα που αρχίσαμε, θα τον συνεχίσουμε, δεν θα αφήσουμε να πάνε χαμένα τα όνειρα αυτών που έπεσαν».


Δ.Κ.: «Να επιμείνουμε στα τότε αιτήματα, που ήταν για ψωμί, για παιδεία, για ελευθερία, για ανεξαρτησία, για ειρήνη. Οράματα που ακόμα και σήμερα μένουν ανεκπλήρωτα και συνεχίζουμε όλοι εμείς τον αγώνα και θα τον συνεχίζουμε μέχρι να πεθάνουμε.

Μετά από τον αγώνα του Κοκκινιώτικου λαού και ειδικά των κομμουνιστών, θα το τονίσω αυτό, γι αυτά όλα τα ιδανικά που έκαναν τον αγώνα, τους στείλανε φυλακή και εξορίες. Αυτή ήταν η αμοιβή των αντιστασιακών και σήμερα παραμένει το πρόβλημα καυτό και ανεκπλήρωτο».


Φωτογραφία εφημερίδας που εικονίζει μάζεμα αιχαμαλώτων από γερμανοτσολιάδες, Γερμανούς και χωροφύλακες.

Χαρακτικό του Τάσσου για το Μπλόκο της Κοκκινιάς.