"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρασκευή, 29 Ιανουαρίου 2016

Σαν σήμερα - Ρόζα Σανίνα


28/01/1945

Πεθαίνει έπειτα από θανάσιμο τραυματισμό στο πεδίο της μάχης η 20χρονη επιλοχίας του Κόκκινου Στρατού Ρόζα Σανίνα.
Η Ρόζα Σανίνα υπήρξε μια από τους καλύτερους ελεύθερους σκοπευτές του Κόκκινου Στρατού, που έγινε θρύλος, τόσο για τις ικανότητες όσο και για τον ηρωισμό της. Η Ρόζα, που ήταν μέλος της Κομμουνιστικής Νεολαίας (Κομσομόλ) είχε ενταχθεί στον Κόκκινο Στρατό ως εθελοντής.


Φωτογραφίες




Κυριακή, 24 Ιανουαρίου 2016

Προστάτες του έθνους και της «νεότητος» - Ένα εξαιρετικό άρθρο


Επιμέλεια: Τάσος Κωστόπουλος


Ο κινηματογράφος έχει μια σημαντική διαφορά από τις περισσότερες τέχνες. Ελέγχεται σχετικά εύκολα από την κρατική εξουσία, η οποία μπορεί με τους λογοκριτικούς μηχανισμούς, προληπτικούς και κατασταλτικούς, να επιβάλει περιορισμούς στην έκφραση των δημιουργών ή ακόμα και να απαγορεύσει την προβολή μιας ταινίας, στερώντας τους τη δυνατότητα να επικοινωνήσουν με το κοινό (1).

Από τα πρώτα βήματα του κινηματογράφου η τεράστια απήχησή του προκάλεσε τον προβληματισμό πολλών «υπεύθυνων» μελών της κυρίαρχης τάξης που ανησυχούσαν για την επίδρασή του στον τρόπο σκέψης και συμπεριφοράς των «κατώτερων» τάξεων.
Η εισαγωγή της λογοκρισίας γύρω στο 1910 φανερώνει τον σοβαρό προβληματισμό για τους κινδύνους που προκαλούνταν από τη νέα τέχνη (2).

Η λογοκρισία στην περίοδο που εξετάζω δεν αποτελεί ελληνική ιδιαιτερότητα, αλλά εντάσσεται στο κλίμα του Ψυχρού Πολέμου, της αντιπαράθεσης σε όλα τα επίπεδα των δυο υπερδυνάμεων, της Σοβιετικής Ενωσης και των ΗΠΑ.

Ωστόσο η κατάσταση στην Ελλάδα ήταν ασύγκριτα χειρότερη σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες της Δυτικής Ευρώπης και μπορούσε να συγκριθεί μόνο με την κατάσταση στη φρανκική Ισπανία, καθώς μέχρι τη Μεταπολίτευση είχε εδραιωθεί ένα ιδιότυπο καθεστώς, μια «πειθαρχημένη», ή «καχεκτική» δημοκρατία, που αρνιόταν στους ηττημένους του Εμφυλίου τα στοιχειώδη ανθρώπινα δικαιώματα και αμφισβητούσε ακόμα και την εθνική τους υπόσταση με βάση την αξιωματική παραδοχή ότι οι κομμουνιστές δεν είναι Ελληνες (3).

Ο κινηματογράφος αποτελούσε στην Ελλάδα από το 1945 μέχρι το 1974 προνομιακό πεδίο για την επιβολή λογοκρισίας.

Σύμφωνα με τον νόμο 1.108 του 1942 (που ουσιαστικά ίσχυε μέχρι το 1981, καθώς ο νόμος 4.208 του 1961 και το νομοθετικό διάταγμα 58 του 1973 δεν έφεραν ουσιαστικές αλλαγές), για να δοθεί άδεια για τα γυρίσματα μιας ταινίας οι παραγωγοί έπρεπε να υποβάλουν στην αρμόδια διεύθυνση την περίληψη της υπόθεσης, το πλήρες κείμενο των διαλόγων, τα ονόματα του σκηνοθέτη και των άλλων συντελεστών.

Η επιτροπή μπορούσε να απαγορεύσει τη δημόσια προβολή μιας ταινίας σε όλη την επικράτεια ή σε ορισμένες περιφέρειες, να αφαιρέσει σκηνές ή διαλόγους ή να αλλάξει τον τίτλο της ταινίας «εάν κατά την κρίση της υπάρχουν εν αυτή στοιχεία επιλήψιμα, δυνάμενα να επιδράσουν επιβλαβώς εις την νεότητα ή να επιφέρουν διατάραξιν της δημόσιας τάξεως ή εφ’ όσον προπαγανδίζουν ανατρεπτικάς θεωρίας ή δυσφημούν τη χώρα μας από απόψεως εθνικιστικής ή τουριστικής ή καθ’ οιονδήποτε τρόπο υπονομεύουν τας υγιείς κοινωνικάς παραδόσεις του ελληνικού λαού ή καθάπτονται της χριστιανικής θρησκείας».

Η άσκηση της λογοκρισίας κινήθηκε σε δύο κυρίως άξονες:
➥ ο πρώτος αφορούσε τις ταινίες που πρόβαλλαν ανατρεπτικές πολιτικές ή κοινωνικές ιδέες,
➥ ενώ ο δεύτερος τις τολμηρές, για τα μέτρα της εποχής, «ερωτικές» ταινίες που θεωρούνταν επιβλαβείς για τους νέους και αντίθετες με «τας υγιείς κοινωνικάς παραδόσεις του ελληνικού λαού». Από τον μακρύ κατάλογο των παρεμβάσεων της λογοκρισίας θα περιοριστώ μόνο σε μερικές χαρακτηριστικές περιπτώσεις.

Μεταπολεμικές απαγορεύσεις

 

Με την ταινία «Τελευταία αποστολή» του Νίκου Τσιφόρου ξεκινά το 1947 ο μεταπολεμικός έλεγχος της λογοκρισίας στον ελληνικό κινηματογράφο.
Η ταινία απαγορεύτηκε δυο μέρες μετά την προβολή της. Αφορμή στάθηκε η σκηνή που η σύζυγος ενός Ελληνα αξιωματικού γίνεται ερωμένη ενός Γερμανού αξιωματικού.
Ο εθνικόφρων Τύπος μίλησε για «εσκεμμένη κατασυκοφάντηση του αγωνιζομένου εις τον Γράμμο σώματος Ελλήνων αξιωματικών, αντεθνική σκευωρία και κομμουνιστικό δάκτυλο» (4).

Το 1958 απαγορεύτηκε η ταινία «Οι παράνομοι» του Νίκου Κούνδουρου, μετά την άρνηση του σκηνοθέτη να αφαιρέσει τη σκηνή στην οποία οι χωροφύλακες σκοτώνουν τον έναν από τους παράνομους τη στιγμή που τρέχει άοπλος προς το μέρος τους για να παραδοθεί, η οποία έθιγε «το ένδοξο σώμα της Χωροφυλακής που είχε πάντα μπέσα στο λόγο του» (5).

Το 1961 η αστυνομία διέκοψε την προβολή της ταινίας «Συνοικία Το Ονειρο» του Αλέκου Αλεξανδράκη στον κινηματογράφο «Ράδιο Σίτυ», ενώ ο Ελληνας πρόξενος στη Βενετία πέτυχε να μη γίνει δεκτή η συμμετοχή της στο διεθνές κινηματογραφικό φεστιβάλ.

Την ίδια χρονιά απαγορεύτηκε η προβολή των ντοκιμαντέρ «Τα ματόκλαδά σου λάμπουν» του Κώστα Φέρρη και «Σαββατόβραδο» του Πάνου Παπακυριακόπουλου (6).

Το 1964 απαγορεύτηκε το ντοκιμαντέρ «Εκατό ώρες του Μάη» του Δήμου Θέου και του Φώτου Λαμπρινού.


Το 1966 απαγορεύτηκε η ταινία «Μπλόκο» του Αδωνη Κύρου, πέντε μήνες μετά την πρώτη προβολή της, μέχρι να αφαιρεθούν «πλάνο τοίχου όπου αναγράφεται κομμουνιστικό σύνθημα (υπογραφή ΕΠΟΝ) […] οι φράσεις Υπεύθυνος περιοχής και αυτή τη δουλειά την κάνω από εικοσαετίας» (7).

Η απαγόρευση, που συνέπεσε με την προβολή της ταινίας στην Εβδομάδα Κριτικής του Φεστιβάλ των Κανών, προκάλεσε την αντίδραση γνωστών σκηνοθετών και κριτικών του κινηματογράφου, που έστειλαν κείμενο διαμαρτυρίας, το οποίο υπέγραψαν ανάμεσα σε άλλους ο Ζαν-Λικ Γκοντάρ, ο Λουίς Μπουνιουέλ, ο Αλέν Ρενέ και ο Ζορζ Σαντούλ (8).

Ο χουντικός γύψος

 

Η χούντα προχώρησε στην επανεξέταση των ταινιών που είχαν πάρει άδεια προβολής πριν από το πραξικόπημα.

Ταινίες αντίθετες στο «κρατούν καθεστώς» όπως οι «Πρόσωπο με πρόσωπο» του Ροβήρου Μανθούλη, «Κιέριον» του Δήμου Θέου και «Οι βοσκοί της συμφοράς» του Νίκου Παπατάκη απαγορεύτηκαν, ενώ έγιναν περικοπές σε πολλές ταινίες.

Ενδεικτικά από την ταινία «Αγάπη που δεν σβήνει ο χρόνος» του Γιώργου Ζερβουλάκου κόπηκαν «πάσης φύσεως συγκεντρώσεις και διαδηλώσεις. Συνάντησις ΕΔΑ για την ειρήνη», ενώ από το μελόδραμα «Οταν σημάνουν οι καμπάνες» του Στέλιου Τατασόπουλου «η πρώτη σκηνή της Απελευθέρωσης των Αθηνών με τα πλήθη, διότι υπάρχουν πανώ με σφυροδρέπανα».

Αλλά και μικρές νύξεις που έρχονταν σε αντίθεση με την ιδεολογία του καθεστώτος δεν είχαν καλύτερη τύχη.

Ενδεικτικά από την ταινία «Οι θαλασσιές οι χάντρες» του Γιάννη Δαλιανίδη κόπηκε η φράση «Τώρα έχουμε δημοκρατία! Κι ο καθένας κάνει ό,τι θέλει», ενώ από την ταινία «Κονσέρτο για πολυβόλα» του Ντίνου Δημόπουλου «η σκηνή του ραπίσματος του εν στολή λοχαγού υπό της κοπέλας».

Οι νέες παραγωγές περνούσαν από ασφυκτικό έλεγχο. Ενδεικτικά το 1969 από το σενάριο της ταινίας «Ξύπνα Βασίλη» του Γιάννη Δαλιανίδη κόπηκαν οι φράσεις «η επανάσταση θα γίνει, γιατί είναι ιστορική ανάγκη. Θα τους τσακίσουμε όλους τους εργοδότες εκμεταλλευτές και απατεώνες». 

Ενώ το 1972 από το σενάριο της ταινίας «Η Ρένα είναι οφσάιντ» του Αλέκου Σακελλάριου οι φράσεις «Αριστερός; Και γιατί δεν τον πιάνει η ασφάλεια;» και από την ταινία «Αναζήτησις» του Ερρίκου Ανδρέου οι φράσεις «σ΄ όλη μου τη ζωή συναναστρέφομαι εκατομμυριούχους. Ουδείς έμεινε υπό κράτησιν πάνω από μία ώρα».

Στο πλαίσιο της προστασίας της νεότητας και των «υγιών παραδόσεων» του ελληνικού λαού έγιναν παρεμβάσεις σε παλιότερες ταινίες.

Ενδεικτικά από το μελόδραμα «Ο Λουστράκος» της Μαρίας Πλυτά κόπηκε «πλάνο γυμνής κορασίδος», ενώ από την ταινία «Τα μυστικά της αμαρτωλής Αθήνας» του Κώστα Καραγιάννη «πλάνο γυμνού στήθους».

Δεν έλειψαν και οι απαγορεύσεις «τολμηρών» ερωτικών ταινιών. Ενδεικτικά το 1971 απαγορεύτηκε η ταινία «Γεύση από ηδονή» του Ηλία Μυλωνάκου, διότι «είναι ανήθικος και υπονομεύει τας υγιείς κοινωνικές και ηθικές παραδόσεις του ελληνικού λαού», ενώ το 1974 απαγορεύτηκε η ταινία «Σεξομανία» των Δημήτρη Παπακωνσταντή και Μάριου Ρετσίλα, διότι «προσβάλλει βαναύσως το δημόσιον αίσθημα διά των αλλεπαλλήλων σεξουαλικών σκηνών».

Το ψαλίδι της Μεταπολίτευσης

 

Μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας ταινίες που είχαν απαγορευτεί, όπως «Πρόσωπο με πρόσωπο» του Ροβήρου Μανθούλη, «Κιέριον» του Δήμου Θέου και «Ζ» του Κώστα Γαβρά, βγήκαν στις αίθουσες.

Ομως, παρότι η κατάσταση βελτιώθηκε, η λογοκρισία συνέχισε τις επεμβάσεις της.

Το 1975 η γνωμοδοτική επιτροπή κινηματογραφίας του υπουργείου Προεδρίας «ομοφώνως ετάχθη υπέρ της μη επισήμου συμμετοχής» του «Θιάσου» στο Φεστιβάλ των Κανών.
Η Γενική Γραμματεία Τύπου και Πληροφοριών, μετά την απονομή στην ταινία του βραβείου της Διεθνούς Ενωσης Κριτικών, έβγαλε μάλιστα ανακοίνωση με την οποία δικαιολογούσε την απόφαση:

❝ Εχει εντόνως πολιτικό χαρακτήρα, και μάλιστα με ζωηρόν χρωματισμόν υπέρ των απόψεων μιας ορισμένης παρατάξεως-της Ακρας Αριστεράς […] Ασχέτως της αξίας του ή μη από καλλιτεχνικής απόψεως, επιχειρεί να διασύρη όλην την μη κομμουνιστική παράταξιν, εμφανίζουσα αυτήν ως αποτελουμένη από προδότας, καταδότας, τραμπούκους, εκμεταλλευτάς κ.λ.π. χωρίς να κάμη διάκρισιν δημοκρατικών ή δικτατορικών καθεστώτων, ακόμη και της ξένης κατοχής❞ (9).


Το 1977 οι ταινίες «Μαντούδι '76» και «Παιδεία» προβλήθηκαν στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης με μεγάλες περικοπές (10).

Το 1978 απαγορεύτηκε η ταινία «1922» του Νίκου Κούνδουρου, που προβλήθηκε το 1981 μετά την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία.

Το 1979 απαγορεύτηκε η ταινία «Η Καγκελόπορτα» του Δημήτρη Μακρή, αλλά βγήκε τελικά στις αίθουσες ως ακατάλληλη.

Το 1980 απαγορεύτηκε αρχικά η ταινία «Τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα» του Νίκου Νικολαΐδη με την αιτιολογία της «υπερβολικής σκληρότητας».

Το 1981 απαγορεύτηκε το ντοκιμαντέρ «Η δίκη της χούντας» του Θεοδόση Θεοδοσόπουλου, βγήκε όμως στους κινηματογράφους μετά την εκλογική νίκη του ΠΑΣΟΚ τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς.

Το σκεπτικό της απόφασης, που επικαλείται έναν αναγκαστικό νόμο του Εμφυλίου, είναι αποκαλυπτικό της συνέχειας των παλιών λογοκριτικών πρακτικών: η ταινία, διαβάζουμε, «συνδέει το πρόσωπο του Προέδρου της Δημοκρατίας με τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη. […] Πλείστες όσες σκηνές, εξάλλου, από τα προ του 1967 γεγονότα αποβλέπουν στην προπαγάνδισιν ορισμένων εκλογικών και κομματικών θέσεων, πράγμα που απαγορεύεται από τον εκδοθέντα επί κυβερνήσεως Θεμιστοκλή Σοφούλη-Γ. Καφαντάρη αναγκαστικό νόμο 942/46 περί λήψεως μέτρων προς κατευνασμόν των πολιτικών παθών» (11).

Η ένταση και η συχνότητα της λογοκρισίας σχετίζεται με την πολιτική κατάσταση. Ο έλεγχος της λογοκρισίας, που ήταν ασφυκτικός από το 1945 μέχρι το 1967, χαλάρωσε στο «κεντρώο διάλειμμα» από το 1963 μέχρι το 1965.

Ωστόσο, αντίθετα με την εικόνα που έχει επιβληθεί εκ των υστέρων, υπήρχε σε γενικές γραμμές συμφωνία για τη λογοκρισία ανάμεσα στη δεξιά και στην κεντρώα παράταξη μέχρι την επιβολή της χούντας.

Ο Σάββας Κωνσταντόπουλος, μετέπειτα θεωρητικός της χούντας, σχολίαζε ειρωνικά το 1966 ότι η Ενωση Κέντρου δεν μπορεί να κατηγορεί την κυβέρνηση για τη «λογοκρισία επί των στίχων και της μουσικής, διότι και αυτή την ηνέχθη, την διετήρησε και δεν την ανέτρεψε, όταν είχε κατ΄ επανάληψιν την δύναμιν να το πράξη» (12).

Με την επιβολή της δικτατορίας η λογοκρισία επανήλθε δριμύτερη. Στον κινηματογράφο όμως η κατάσταση δεν άλλαξε δραματικά.

Οπως υποστήριξε, ίσως λίγο υπερβολικά, ο Γρηγόρης Γρηγορίου, «η λογοκρισία δεν μπορούσε να γίνει χειρότερη από όσο ήταν πριν την απριλιανή δικτατορία» (13).

Η αλλαγή δεν ήταν ποιοτική, αλλά ποσοτική. Απλά, η χούντα εφάρμοσε με μεγαλύτερη αυστηρότητα το νομοθετικό πλαίσιο που βρήκε έτοιμο από τις προηγούμενες κυβερνήσεις.
Μετά την πτώση της πάλι οι επεμβάσεις της λογοκρισίας περιορίστηκαν. Το νομοθετικό πλαίσιο δεν άλλαξε μέχρι το 1981, αλλά οι αρμόδιες επιτροπές δεν ενεργοποιούσαν -με λιγοστές εξαιρέσεις- τις ισχύουσες διατάξεις.

Η αντίδραση σ’ αυτή την πρακτική εκφράστηκε κυρίως από την Αριστερά, η οποία σε υψηλούς τόνους κατήγγειλε σε κάθε ευκαιρία την άσκηση πολιτικής λογοκρισίας, δίχως όμως να αμφισβητήσει συνολικά τη λογοκρισία: ζητούσε την κατάργηση της πολιτικής λογοκρισίας αλλά αποδεχόταν την άσκηση ελέγχου για την προστασία του κοινού και ιδίως των νέων από τις «χυδαίες» ταινίες (14).

Η στάση της Αριστεράς είναι χαρακτηριστική των πατερναλιστικών αντιλήψεων που τη χαρακτήριζαν. Οφείλεται όμως και στην αμηχανία που προκαλούσαν η επιβολή σκληρής λογοκρισίας στις χώρες του «υπαρκτού» σοσιαλισμού και οι διώξεις των εκεί αντιφρονούντων καλλιτεχνών.

Σε ορισμένες περιπτώσεις οι δημιουργοί προσπάθησαν να ξεγελάσουν τη λογοκρισία.
Ενδεικτικά το 1958 ο Νίκος Κούνδουρος παρουσίασε τους κυνηγημένους αντάρτες στην ταινία «Οι παράνομοι» σαν κοινούς εγκληματίες, ενώ το 1966 ο Ροβήρος Μανθούλης δεν υπέβαλε το σενάριο της ταινίας «Πρόσωπο με πρόσωπο» στη λογοκρισία και ξεκίνησε το γύρισμα με άδεια για ένα ντοκιμαντέρ.

Στις περισσότερες περιπτώσεις ωστόσο οι άνθρωποι του κινηματογράφου συμμορφώθηκαν.
Το 1948 λ.χ. οι παραγωγοί της «Τελευταίας αποστολής», μετά την απαγόρευση της ταινίας, τροποποίησαν το σενάριο και άλλαξαν την εθνικότητα της ηρωίδας, που από Ελληνίδα έγινε Ουγγαρέζα.

Αποκαλυπτική είναι επίσης η απάντηση του Τζέιμς Πάρις στην έρευνα της Νατάσας Μπακογιαννοπούλου στο περιοδικό «Γυναίκα» το 1970:

❝ Ενας νέος μού διάβασε ένα σενάριο. Καλό του λέω. Πόσα θέλεις; Οκτακόσιες χιλιάδες. […] Πάρε μου πρώτα άδεια από το υπουργείο ότι αυτή η ταινία θα βγη, κι έλα να τη βάλουμε μπροστά. Μη την είδατε την άδεια, μη την απαντήσατε ❞ (15).

Η λογοκρισία είχε ως συνέπεια την αυτολογοκρισία των δημιουργών, τουλάχιστον μέχρι το 1974. Οι περισσότεροι σκηνοθέτες απέφευγαν να ασχοληθούν με επικίνδυνα θέματα.
Σε αυτό συντελούσε και η πίεση των παραγωγών, που έτρεμαν ακόμα και στη σκέψη ότι θα είχαν μπλεξίματα με τη λογοκρισία ή ότι θα απαγορευόταν η ταινία τους, γιατί ιδιαίτερα το τελευταίο μπορούσε να προκαλέσει ακόμα και την οικονομική καταστροφή τους.

Απέρριπταν λοιπόν οποιαδήποτε πρόταση έκρυβε κινδύνους και πίεζαν τους σκηνοθέτες ν’ αποφεύγουν οτιδήποτε θα προκαλούσε την επέμβαση της λογοκρισίας.

Η κατάσταση άλλαξε μετά την πτώση της χούντας. Σε συνθήκες πρωτόγνωρης ελευθερίας, οι άνθρωποι του κινηματογράφου μπορούσαν για πρώτη φορά, παρά τις λογοκριτικές παρεμβάσεις, να εκφράσουν ελεύθερα τις απόψεις τους.

Ομως αυτή η εξέλιξη συνέπεσε με τη μείωση των παραγόμενων ταινιών και τη δραματική πτώση των εισιτηρίων τους.

Ο κινηματογράφος είχε πάψει να είναι η κύρια μορφή λαϊκής διασκέδασης, χάνοντας το παιχνίδι από την τηλεόραση (16).

(1). Μ. Landy, Cinematic Uses of the Past, Λονδίνο 1996, σ.245.
(2). P. Sorlin, Mass Media, Λονδίνο 1991, σ. 113.
(3). Γιάνης Γιανουλόπουλος, Ο μεταπολεμικός κόσμος. Ελληνική και ευρωπαϊκή ιστορία (1945-1963), Αθήνα 1992, σ. 277-9.
(4). Γρηγόρης Γρηγορίου, Μνήμες σε άσπρο και σε μαύρο. Τα ηρωικά χρόνια, Αθήνα 1988, σ. 80-1.
(5). Γιάννης Σολδάτος, Ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου 1900-1967, Αθήνα 2002, σ. 95.
(6). Επιθεώρηση Τέχνης, τ. 82 (10.1961), σ. 81.
(7). Οι αποφάσεις των επιτροπών λογοκρισίας, όπου δεν αναφέρεται πηγή, προέρχονται από το αρχείο της Γενικής Γραμματείας Τύπου στα Γενικά Αρχεία του Κράτους.
(8). Φ. Αλεξίου, «Το 19ο Φεστιβάλ Κανών», Επιθεώρηση Τέχνης, τ.137 (1966), σ. 526-39.
(9). Ροζίτα Σώκου, «Οξεία αντιδικία για τη βραβευμένη ταινία», Η Απογευματινή, 26.5.1975.
(10). «Ελληνικός Κινηματογράφος και Λογοκρισία», Προοδευτικός Κινηματογράφος, τ.1 (1978).
(11). Σολδάτος, όπ.π., σ. 223.
(12). Σάββας Κωνσταντόπουλος, Η αντιδικία μου με την ιντελιγκέντσια, Ελεύθερος Κόσμος, Αθήνα 1968.
(13). Γρηγορίου, όπ.π., σ. 114.
(14). Μάριος Πλωρίτης, «Τι γίνεται με τον ελληνικό κινηματογράφο; Το κράτος ο μεγάλος ένοχος», Επιθεώρηση Τέχνης, τ. 121 (1965).
(15). Σολδάτος, όπ.π., σ. 186.
(16). Γιώργος Ανδρίτσος, «Η Κατοχή και η Αντίσταση στις ελληνικές ταινίες μυθοπλασίας μεγάλου μήκους από το 1945 μέχρι το 1981», αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, Αθήνα 2009, σ. 322-3.

 




Σάββατο, 23 Ιανουαρίου 2016

Φωτογραφικό αρχείο οικογένειας Αντωνάκη


Με χαρά ο Κόκκινος Φάκελος αναρτά το οικογενειακό φωτογραφικό αρχείο της οικογένειας Αντωνάκη. 

Ευχαριστούμε θερμά την οικογένεια που θέλησε να μας το παρέχει για τον εμπλουτισμό του αρχείου του ιστοτόπου μας.

Όλα τα πνευματικά δικαιώματα των φωτογραφιών ανήκουν στην οικογένεια Αντωνάκη.

Δεν επιτρέπεται η αναπαραγωγή των ακολούθων φωτογραφιών.


Οι φωτογραφίες της οικογένειας Αντωνάκη εικονίζουν την πολιτική πορεία του συγγενή τους, Κωνσταντίνου Αντωνάκη του Λεωνίδα, χαρακτηριστική σε όλα της σχεδόν τα σημεία, χιλιάδων εκ των αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης και του λαϊκού κινήματος της εποχής. 

Ο Κωνσταντίνος Αντωνάκης του Λεωνίδα, γεννήθηκε το 1914 στο χωριό Πηγές της Άρτας σε οικογένεια αγροτών. Ζώντας τη ζωή της υπαίθρου και της βιοπάλης, στρατεύται το 1939 σε Τάγμα Ευζώνων και μετατίθεται στην Αλεξανδρούπολη. Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος θα τον βρει στρατιώτη. Θα πολεμήσει τον ιταλικό φασισμό στο Έπος του 1940 και με την διάλυση του στρατού θα επιστρέψει πίσω στο χωριό του. Το χωριό Πηγές Άρτας, θα αναπτύξει αντάρτικη δραστηριότητα τασσόμενο σχεδόν συνολικά με τον ΕΟΕΑ- ΕΔΕΣ. Ο Κωνσταντίνος Αντωνάκης θα ενταχθεί για μικρό διάστημα στις δυνάμεις του Ζέρβα και γρήγορα θα περάσει στον ΕΛΑΣ. Η περίπτωσή του αποτελεί μια από τις ελάχιστες του χωριού του. 

Κατά τη δράση του στον ΕΛΑΣ, θα λάβει μέρος και στην επιχείρηση της ανατίναξης της γέφυρας του Γοργοποτάμου. Με τη Συνθήκη της Βάρκιζας θα γνωρίσει κι αυτός τις απηνείς διώξεις του αστικού ελληνικού κράτους. Το 1946 - 1947 εκτοπίζεται μαζί με χιλιάδες άλλους κομμουνιστές, αγωνιστές και δημοκρατικούς πολίτες στο κολαστήριο της Μακρονήσου. Σύντομα αρρωσταίνει από πλευρίτιδα και στέλνεται στο 401 Στρατιωτικό Νοσοκομείο. 

Δεν υπογράφει ποτέ δήλωση μετανοίας. Με τα μέτρα ειρηνεύσεως επιστρέφει πίσω στο χωριό του, όπου θα συνεχίσει την οικογενειακή του ζωή. 

Η Δικτατορία των Συνταγματαρχών τον στέλνει, σε μεγάλη πια ηλικία στο στρατόπεδο της Γυάρου, μαζί με χιλιάδες άλλους αγωνιστές. 


Φωτογραφικό αρχείο 

Στο Τάγμα Ευζώνων στην Αλεξανδρούπολη, το 1939.

Όπισθεν μέρος της φωτογραφίας.

Αντάρτης του ΕΛΑΣ, οπλισμένος με Μ1 και ζωσμένος σφαίρες.


Αντάρτης του ΕΛΑΣ, οπλισμένος με Μ1 και ζωσμένος σφαίρες
Με άλλους εξόριστους, στο κολαστήριο της Μακρονήσου, 1947.

Όπισθεν μέρος της φωτογραφίας.


Άρρωστος με συνεξόριστούς του στο 401.

Όπισθεν μέρος της φωτογραφίας.

Άρρωστος με συνεξόριστούς του στο 401.

Όπισθεν μέρος της φωτογραφίας.



Τρίτη, 19 Ιανουαρίου 2016

Μια όμορφη παλιά φωτογραφία





Η παραπάνω φωτογραφία προέρχεται από μια προεκλογική ομιλία του Χαρίλαου Φλωράκη μετά την Μεταπολίτευση. Αριστερά εικονίζεται ο μουσικοσυνθέτης Μίκης Θεοδωράκης και ακριβώς πίσω του η γνωστή τραγουδίστρια Πετρή Σαλπέα. Στον τοίχο βλέπουμε δύο αγρότες και το σύνθημα "Ζήτω η Ε.Α." Προφανώς μιλά για την Εργατική Τάξη. 

Η φωτογραφία αυτή ανήκει στο προσωπικό φωτογραφικό αρχείο της κυρίας Πετρής Σαλπέα. 

Ακούστε: 






Ο τελευταίος πολιτικός λόγος του Άρη Βελουχιώτη - Μέρος 2ο



Μετά τον λόγο του Άρη πρώτος αναφέρεται ότι μίλησε ο Γιαννάκος Μαστρογιάννης. Είπε: " Εμείς εδώ είμαστε κατώτερα στελέχη του κόμματος και απλά μέλη, αρμόδιοι να απαντήσουν στα θέματα που θίξατε είναι τα ανώτερα στελέχη του κόμματος που υπεύθυνα χειρίστηκαν τα θέματα αυτά. Τώρα έρχεται και ο αρχηγός του κόμματος που και αυτός θα κρίνει και θα αποφασίσει, αν δε και αυτός δεν σας δικαιώσει, τότε να καταφύγετε σε ανώτερο Βαλκανικό έστω κομματικό ακτίφ. Αν και έχει βέβαια διαλυθεί η Τρίτη Διεθνής, αν δε και αυτό δεν σας δικαιώσει τότε πρέπει να παραδεχτείτε το λάθος και να συμμορφωθείτε με την απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής. Περνάμε δύσκολες μέρες και δεν πρέπει να κάνει ο καθένας του κεφαλιού του. Πρέπει ακόμα να ξέρετε ότι αν εξουδετερώνετε ένα παρακρατικό φρουραρχείο, αυτοί σε αντίποινα θα εξουδετερώνουν 10-15 δικούς μας και ότι πρέπει να πάτε εκεί που σας όρισε το κόμμα και αν χρειαστεί τότε πάλι το κόμμα θα σας ξανακαλέσει να λάβετε μέρος στον αγώνα."


Ακολούθως έλαβε το λόγο ο οργανωτικός γραμματέας Ν. Βέτσης που ανέλυσε με λεπτομέρειες τις θέσεις του ΚΚΕ και του συνέστησε να συμμερισθεί τη δυσχερή θέση των αγωνιστών του λαϊκού κινήματος και να μην παρεμβάλει και αυτός πρόσθετες δυσχέρειες και τον κάλεσε να μεταβεί εκεί που του καθόρισε το κόμμα. 

Τέλος, ένας άλλος αγωνιστής του είπε: "Αν εξακολουθήσετε να δράτε αντικομματικά και αν το κόμμα διατάξει την διάλυσή σας, εμείς οι ίδιοι θα σας διαλύσουμε".

"Δηλαδή θα με χτυπήσετε;" ρώτησε τότε ο Άρης.

"Ναι, θα σε χτυπήσουμε", απάντησε ο αγωνιστής.

Έπεσε τότε σιωπή στο δωμάτιο. Ο Άρης Βελουχιώτης πήρε τέλος το λόγο με σπασμένη φωνή και είπε: "Θαυμάζω την ενότητα του ηρωικού Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας. Ζήτω το αθάνατο ΚΚΕ. Γεια σας σύντροφοι." Ο Άρης αποχώρησε από την αίθουσα χωρίς να τον ακολουθήσει ούτε ένας από τους αγωνιστές των Μελισσουργών. Οι αγωνιστές αμέσως μαζεύτηκαν σε ομάδες και ξεκίνησαν να συζητούν τα ειπωθέντα. 

Οι αντάρτες του Άρη 90-95 εκ των οποίων 70-75 ήταν όλοι παλιοί αγωνιστές του ΕΛΑΣ, ετοιμάζονταν να φύγουν. Κατά τις 6 το απόγευμα ήρθε από το χωριό Πράμαντα το στέλεχος του ΕΑΜ Νικόλας Μάργαρης με 4-5 ΕΑΜίτες και παρακάλεσε τον Άρη να απελευθερώσει τους δύο συλληφθέντες συχωριανούς του, που κρατούνταν στο σχολείο των Μελισσουργών και είχαν συλληφθεί την περασμένη νύχτα από ομάδα του τμήματός του. 

Ο Μάργαρης δεν το κατάφερε. 

Σε λίγες ώρες, το τμήμα του Άρη μαζεύτηκε στην πλατεία του χωριού και έφυγε σε παράταξη ακολουθώντας το δρόμο από τον οποίο είχαν έλθει.

Αυτός ήταν ο τελευταίος πολιτικός λόγος του Άρη Βελουχιώτη σε επίσημη συγκέντρωση συναγωνιστών του. Δεκαπέντε ημέρες μετά θα σκοτωθεί στη δασωμένη τοποθεσία "Φάγκος" της Μεσούντας Άρτας από παρακρατικές συμμορίες.


Δευτέρα, 18 Ιανουαρίου 2016

O τελευταίος πολιτικός λόγος του Άρη Βελουχιώτη - Μέρος 1ο



Toν Μάιο του 1945 είχαν συγκεντρωθεί αρκετοί καταδιωκόμενοι αγωνιστές του ΕΛΑΣ στο χωριό Μελισσουργοί κοντά στην Άρτα. Ήταν αγωνιστές από ολόκληρο τον νομό και έμεναν σε φιλικά σπίτια του χωριού, σε ανθρώπους φίλους ή μέλη του ΕΑΜ. 

Εκείνες τις ημέρες έφθασε στο χωριό ο Βαγγέλης Γκονέζος, δάσκαλος και αξιωματικός του ΕΛΑΣ κρατώντας μπερέτα και αυτόματο. Η παρουσία του προκάλεσε εντύπωση αφού σχεδόν όλος ο οπλισμός του ΕΛΑΣ είχε παραδοθεί με τη συνθήκη της Βάρκιζας. Ο Γκονέζος φορούσε σύμφωνα με μαρτυρίες δίκοχο με το σήμα "ΕΛΑΣ Ν.", δηλαδή Νέος ΕΛΑΣ. Ο Γκονέζος πήρε επαφή από το ΚΚΕ και το ΕΑΜ και ανακοίνωσε ότι σε λίγες ημέρες στο χωριό θα έρχονταν ο Άρης Βελουχιώτης και τμήμα του. 

Ο ερχομός του Γκονέζου, στενού συντρόφου και προσωπικού φίλου του Άρη άνοιξε ένα μεγάλο κύκλο συζητήσεων. Τα πολιτικά και στρατιωτικά στελέχη του χωριού αποφάσισαν να αποφεύγονται οι πολλές συζητήσεις μαζί του. Υπήρχε έντονος φόβος ρήγματος ανάμεσα στους διωκόμενους αγωνιστές και την ομάδα του Άρη και κίνδυνος διαρροής αγωνιστών στο τμήμα του. Οι ανησυχίες των στελεχών αυτών δεν ήταν αβάσιμες ούτε στηρίζονταν σε κάποια προσωπική αντιπάθεια. Πριν μερικές ημέρες, στην Άρτα και τα Γιάννενα είχαν κυκλοφορήσει προκηρύξεις που ανέγραφαν τις νέες θέσεις του Άρη και του "Νέου ΕΛΑΣ". 

Μερικές ημέρες μετά, παρατηρήθηκε από την πλατεία του χωριού, ένα μικρό στρατιωτικό τμήμα να κατευθύνεται προς τους Μελισουργούς. Έρχονταν από την κορυφή "Σταυρός" που έχει υψόμετρο 2000μ. περίπου. Αστραπιαία διαδόθηκε ο ερχομός του Άρη σε όλο το χωριό. 

Αμέσως οι τοπικές οργανώσεις του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και του ΚΚΕ συνεδρίασαν και αποφάσισαν να χωρίσουν τη δύναμη του τοπικού ΕΛΑΣ σε μικρές ομάδες και να πιάσουν θέσεις έξω από το χωριό. Ορίστηκαν και σύνδεσμοι. Ο διορισμένος πρόεδρος της κοινότητας έδωσε εντολή να ετοιμαστεί συσσίτιο για το τμήμα του Άρη. Οι αντάρτες του ΕΛΑΣ, απομακρύνθηκαν αμέσως μόλις το τμήμα του Άρη μπήκε στο χωριό. Οι διαθέσεις του Άρη δεν είχαν εκδηλωθεί ακόμα προς τους αγωνιστές που τυπικά τηρούσαν τη συνθήκη της Βάρκιζας. Στη στάση τους αυτή ασφαλώς συνέβαλλε και το κλίμα τρομοκρατίας που οι Ζερβικοί και παρακρατικοί είχαν καλλιεργήσει στην ύπαιθρο.

Το πρωί της επομένης ημέρας ο τοπικός ΕΛΑΣ και το ΕΑΜ πληροφορήθηκαν την πρόθεση του Άρη να έρθει σε επαφή μαζί τους και να μιλήσει στην αίθουσα του Δημοτικού Σχολείου. Ζήτησε να μην λείψει κανείς. Το γραφείο ΕΑΜ και αυτό του ΚΚΕ συμφώνησαν να πάνε στη συνάντηση και να ακούσουν τον Άρη παραθέτοντας τις θέσεις τους. 

Το σχολείο του χωριού ήταν ανώγειο. Στο ισόγειο είχε δύο μαγαζιά. Ο πρώτος όροφος αποτελούνταν από δύο συνεχόμενες αίθουσες διδασκαλίας και δύο ξεχωριστές μικρότερες. 

Ο Άρης κάθονταν σε μια από τις μικρές αίθουσες και παρακολουθούσε τους αγωνιστές του ΕΛΑΣ που έμπαιναν σε ομάδες στην αίθουσα διδασκαλίας. Στην είσοδο ήταν ο μαυροσκούφης Αχιλλέας με το αυτόματο στο χέρι, κουρεμένη γενειάδα και άρβυλα. Χαιρετούσε πολλούς από τους ΕΛΑΣίτες.  Έξω από το σχολείο βρίσκονταν μια ομάδα σε μέγεθος διμοιρίας με επικεφαλής τον Τζαβέλα, η οποία είχε αναλάβει τη φύλαξη του σχολείου.

Σε λίγο μπήκε στην αίθουσα ο Άρης και πήγε και στάθηκε όρθιος μπροστά στο τραπέζι και δίπλα από το σκαμνί που είχαν τοποθετηθεί νωρίτερα και ετοιμάστηκε να μιλήσει στους συγκεντρωμένους. Οι ακροατές είχαν καθίσει στα θρανία της αίθουσας. Κανείς δεν τον χειροκρότησε, δεν τον αποκάλεσε "καπετάνιο" ή  "αρχηγό", όπως ακριβώς είχε συμφωνηθεί στα όργανα πιο πριν.

Ο λόγος του Άρη και η συζήτηση που ακολούθησε κράτησε συνολικά 3 ώρες. Το υλικό της αντλούμε από το βιογραφικό βιβλίο του Γιαννάκου Μαστρογιάννη, που παραβρέθηκε στην ομιλία. Ο Άρης άρχισε ως εξής:

"Σύντροφοι και συναγωνιστές θα σας βάλω σκατζοχέρια στο κεφάλι για να σας τροχάνε το μυαλό, για να μην καταπίνετε αμάσητα όσα σας σερβίρουν. Οι κομμουνιστές ανήκουν σε τρεις κατηγορίες: Στην πρώτη είναι η ηγεσία του κόμματος, στη δεύτερη οι καιροσκόποι που ελίσσονται και πάνε καθώς τραβάει ο άνεμος και στην τρίτη είναι η μεγάλη μάζα των απλών μελών του κόμματος που εκτελούν τις εντολές της ηγεσίας χωρίς καμιά αντίρρηση."

Στη συνέχεια ανέπτυξε δια μακρόν το ιστορικό για τη δημιουργία του ΕΛΑΣ και των άλλων ΕΑΜικών οργανώσεων, τους σκληρούς αγώνες του μαχόμενου λαού. κατά των στρατευμάτων κατοχής και των ντόπιων συνεργατών τους, το άντρωμα του ΕΛΑΣ και τη μετατροπή του σε τακτικό στρατό με οπλισμό άρτιο που απόκτησε στα πεδία των μαχών με άξιους ηγέτες.

Ακολούθως εξέφρασε το παράπονο ότι από τις αρχές του 1944 και μάλιστα από τη συγκρότηση της ΠΕΕΑ, η κομματική ηγεσία που βρίσκονταν στα βουνά, δεν έτρεφε την πρότερη εκτίμηση προς το πρόσωπό του, τούτο δε είπε πως δεν το αντιλήφθηκε καθώς βρίσκονταν συνήθως μακριά από την έδρα του Γενικού Στρατηγείου, ως καπετάνιος του κλιμακίου αυτού και δεν έπαιρνε μέρος σε όλα τα όργανα αυτά που λάμβαναν κρίσιμες αποφάσεις για τη διεξαγωγή των επιχειρήσεων και το πολιτικό μέλλον του αγωνιζόμενου λαού. Στη συνέχεια, ο Άρης πέρασε στην συμφωνία του Λιβάνου και της Καζέρτας.

Είπε χαρακτηριστικά: "Δεν έπρεπε οι διαπραγματεύσεις να γίνουν στο Λίβανο, αλλά έπρεπε να γίνουν στα βουνά, στην έδρα της ΠΕΕΑ, γιατί τα στελέχη του ΚΚΕ και του ΕΑΜ που θα λάμβαναν μέρος στις διαπραγματεύσεις, ήταν άνθρωποι που προέρχονταν από φυλακές και εξορίες και δεν είχαν τη διπλωματική ικανότητα για να αντιμετωπίσουν τους πράκτορες της Ιντελιτζενς Σέρβις και των άλλων πρακτόρων του μοναρχοφασισμού. Έπρεπε να καθίσουμε σε ημικύκλιο μπάγκο, όλοι μαζί και απέναντί μας να έχουμε όλους αυτούς τους κερατάδες και ρωτιόμασταν στο αυτί όλοι: "Τι λέτε σύντροφοι για αυτό που μας προτείνουν;" Έτσι θα παίρναμε σωστές αποφάσεις και δε θα φτάναμε στη συμφωνία του Λιβάνου, όπου αφού απομόνωσαν την αντιπροσωπεία μας οι Εγγλέζοι επέβαλαν τελικά τις απόψεις τους και ζημιώθηκε το λαϊκό μας κίνημα όσο ποτέ άλλοτε και μεταβληθήκαμε από δρώσα πλειοψηφία σε μειοψηφία. Ούτε θα υπογράφονταν η συμφωνία της Καζέρτας, τρισχειρότερη από αυτή του Λιβάνου, που αναγνώριζε αρχηγό του ΕΛΑΣ του Άγγλο στρατηγό Σκόμπυ, που οδήγησε τα πράγματα στο Δεκέμβρη."

Στη συνέχεια έκανε κριτική στην ηγεσία του ΚΚΕ για τη μάχη της Αθήνας τον Δεκέμβρη του 1944. Την κατηγόρησε ότι δεν έπρεπε να συγκροτήσει την Κεντρική Επιτροπή του ΕΛΑΣ, γιατί με την ενέργεια αυτή παραγνώρισε το Γενικό Στρατηγείο που είχε έτοιμα από καιρό ολοκληρωμένα σχέδια επιχειρήσεων που προέβλεπαν τη συνέχιση του αγώνα και μετά την εκκένωση της Αθήνας και του Πειραιά. Δεν έδωσε έγκαιρα την εντολή για τη διάλυση των τμημάτων του ΕΔΕΣ στην Ήπειρο για να ελευθερωθούν έτσι μεγάλες και αξιόμαχες μονάδες του ΕΛΑΣ και να προστρέξουν με τον βαρύ τους οπλισμό την σκληρά δοκιμαζόμενη Αθήνα. Είπε επίσης ότι η Κεντρική Επιτροπή του ΕΛΑΣ δεν τροφοδοτούσε τους μαχητές της Αθήνας καθημερινά στα ανακοινωθέντα της με νίκες και ηρωισμούς των μαχητών και του λαού για τη συγκράτηση και το ανέβασμα του ηθικού τους. Μόνο κατά αραιά διαστήματα το έκανε αυτό δίδοντας όλες τις νίκες και τα γεγονότα του διαστήματος αυτού, ενώ χρειάζονταν καθημερινά η ενημέρωση των μαχομένων με μια νίκη εδώ, μια εκεί, καθώς δεν έχουμε κάθε μέρα νίκες.

Ακόμα κατηγόρησε την ηγεσία της μαχόμενης Αθήνας γιατί δεν προέβλεψε έγκαιρα την περίπτωση εκκένωσης της Αθήνας και του Πειραιά, με αποτέλεσμα να αιφνιδιαστεί, να χαθεί πολύτιμο φωτογραφικό υλικό, στρατιωτικά υλικά τεράστιας αξίας, να συλληφθούν αιχμάλωτοι από τον εχθρό δοκιμασμένα στελέχη των οργανώσεων και μαχητές του ΕΛΑΣ, που θα προσέφεραν τις πολύτιμες υπηρεσίες τους σε άλλες περιοχές της μαχόμενης Ελλάδας και καταλήξαμε μετά στην υποχώρηση και τη συνθηκολόγηση με την υπογραφή της Βάρκιζας.

"Εγώ", είπε "αντιτάχθηκα στην υπογραφή της συμφωνίας αυτής, αλλά πειθαρχώντας στην κομματική εντολή την υπέγραψα - επιτακτικά είχε ζητήσει ο Σκόμπυ και τη δική μου υπογραφή στη συμφωνία αυτή. Μετά παρέλευση ολίγου χρόνου η συντρόφισσα Χρύσα (εννοεί την Χρύσα Χατζηβασιλείου), μου έδωσε το χαρτί της σύνδεσής μου στο εξωτερικό και μου ευχήθηκε καλή αντάμωση. Ελευθερωμένος πια από τις δεσμεύσεις που είχα ως καπετάνιος του ΕΛΑΣ και με τη δημιουργηθείσα νέα κατάσταση από την εφαρμογή των όρων της Βάρκιζας, αποφάσισα μαζί με άλλους κυνηγημένους αγωνιστές, να μεταβούμε στην Αλβανία."

"Μόλις πατήσαμε το ποδάρι μας εκεί, οι πρώτοι Αλβανοί υπεύθυνοι που συναντήσαμε μας αποκάλεσαν προδότες. Μας είπαν πως λουφάξαμε και προδώσαμε το λαϊκό κίνημα. Αυτό μας χτύπησε στα νεύρα και αποφασίσαμε να επιστρέψουμε στην Ελλάδα, να συνεχίσουμε τον αγώνα μας, που διακόπηκε απότομα με την υπογραφή της Βάρκιζας. Ο "Νέος ΕΛΑΣ" που δημιουργείται τώρα θα εξαφανίσει τα Φρουραρχεία που στήνει η αντίδραση στα χωριά και τρομοκρατούν και βασανίζουν τον ΕΑΜικό κόσμο. Θα γυρίσω πάλι εδώ σε 20 μέρες από τη Ρούμελη με 1500- 2000 αντάρτες, θα διασχίσουμε μετά τη Μακεδονία, θα βρισκόμαστε στη Φλώρινα και θα τρέμει το Ταίναρο. Όλος ο κόσμος θα μας δέχεται, θα μας ακολουθήσει. Ελπίζω ότι και ο σύντροφος Νίκος (προφανώς ο Νίκος Ζαχαριάδης) θα εγκρίνει την ενέργειά μου." 

Έτσι τελείωσε τον λόγο του ο Άρης Βελουχιώτης και ακολούθησε η συζήτηση. Στη διάρκεια του λόγου του μερικοί από τους παρακαθήμενους αγωνιστές, όπως ο καπετάν Φάνης Τσάκας και άλλοι, έλεγαν σιγανά "καλά τα λέει, εκεί που φτάσανε τα πράγματα, έτσι πρέπει να γίνει." 

Συνεχίζεται...

Πηγές: Γιαννάκος Μαστρογιάννης, Χρονικό- Το λαϊκό κίνημα στο νομό Άρτας, Πέτρα, Αθήνα 2004.

Πέμπτη, 14 Ιανουαρίου 2016

Στα βήματα της Ιστορίας - Άλσος Στρατοπέδου Γουδή


Περπατήσαμε σήμερα στο Άλσος πίσω από το στρατόπεδο Γουδή. Όμορφο, ήσυχο με μια μικρή γωνίτσα με ζώα, όπως παγόνια και κουνέλια. Τα δέντρα κατοικούνται από δεκάδες παπαγαλάκια που ξέφυγαν από τα κλουβιά και τώρα πετάνε ελεύθερα στα πεύκα. 

Και κάπου εκεί ανάμεσα στα δέντρα προβάλλει το μνημείο του Νίκου Μπελογιάννη, του Μπάτση, του Καλούμενου και του Αργυριάδη που εκτελέστηκαν εκεί στις 30 Μαρτίου 1952 από το αστικό κράτος του Εμφυλίου. Με πρωτοβουλία του ΚΚΕ υπάρχει πια και μνημείο. 

Είναι δύσκολο να φανταστείς πως κάποτε μέσα σε αυτή την ομορφιά εδώ εκτελούνταν ο ανθός του ελληνικού λαϊκού κινήματος. Η εκτέλεση έγινε στις 4:10 νύχτα Κυριακής, οι τέσσερίς τους δεν πρόλαβαν να δουν τον ήλιο.



Τετάρτη, 13 Ιανουαρίου 2016

Στις 12 Ιουνίου συμπληρώθηκαν δύο χρόνια από τον θάνατο του αντιστράτηγου του ΔΣΕ Παντελή Βαηνά. Η ιστορία του φαντάζει τραγική, ο ίδιος την αντιλαμβανόταν ως διεθνιστικό και πατριωτικό χρέος. Γεννήθηκε το 1924 στο χωριό Ασπρόγεια Φλώρινας, πολέμησε με αυταπάρνηση και ενθουσιασμό τον κατακτητή ,έφυγε από την Ελλάδα με τη λήξη του Εμφυλίου ως αντιστράτηγος του ΔΣΕ και πέθανε στη Σόφια ως αντιστράτηγος του Βουλγαρικού στρατού.

Τον Παντελή Βαηνά δεν τον μνημονεύει κανένας ιστορικός, τον «στολίζουν» με μίσος τα εθνικιστικά sites, δεν τον θυμήθηκαν ούτε οι σύντροφοί του στο ΚΚΕ. Τον θυμούνται όμως στις μαρτυρίες τους οι μαχητές του ΔΣΕ που επέζησαν και συνήθως διαβίωσαν στην «υπερωρία», τον θυμούνται οι συγγενείς, οι φίλοι και οι συγχωριανοί του. Κανένας απ’ όσους τον γνώρισαν δεν τον κατηγόρησε ως Βούλγαρο, κανένας δεν μιλάει άσχημα γι’ αυτόν. Ο Βαηνάς είχε βαθειά πατριωτική συνείδηση και αγάπη για την Ελλάδα, είχε βαθειά γνώση και πίστη στις κομμουνιστικές ιδέες τις οποίες υποστήριζε μέχρι τον θάνατό του. Παρά την πικρία του και την αποστασιοποίησή του το 1958 από τα κομματικά πόστα, παρέμεινε πιστός στο ΚΚΕ. Στην 6η ολομέλεια της ΚΠΕ του ΚΚΕ το 1956 που καθαίρεσε τον Ζαχαριάδη, βρέθηκε στο μεγαλύτερο δίλημμα της ζωής του, όπως και χιλιάδες άλλοι κομμουνιστές. Με τον αρχηγό του ή με το κόμμα; Πώς να σταθεί απέναντι σε συμπολεμιστές του όπως ο Χαρίλαος Φλωράκης, ο Κώστας Κολιγιάννης και άλλοι; Προτίμησε τη σιωπή αλλά δεν προτίμησε την αποστράτευση, συνέχισε την ενεργό δράση ως μέλος της ΚΕ.

Ο Παντελής Βαηνάς τιμήθηκε για την ανδρεία του με το ένα από τα δύο όλα κι όλα ύψιστα μετάλλια που απένειμε η Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση το 1948, και ανέλαβε τη διοίκηση της 11ης Μεραρχίας του ΔΣΕ που αποτέλεσε την επίλεκτη μονάδα του.

Σε ηλικία 18 ετών εντάχθηκε στις δυνάμεις του ΕΛΑΣ Δυτικής Μακεδονίας και διακρίθηκε σε πολλές επιχειρήσεις. Οι εξαιρετικές του στρατιωτικές αρετές τον οδήγησαν στη σχολή αξιωματικών του ΕΛΑΣ στη Ρεντίνα της Ευρυτανίας. Σε σύντομο χρόνο θα μετάσχει σε πολλές επιχειρήσεις του ΕΛΑΣ στη περιοχή Βιτσίου- Καϊμακτσαλάν. Θα πάρει μέρος στις επιχειρήσεις καταδίωξης των Σνοφίτικων ταγμάτων Γκότσε και Πέγιωφ. Συμμετείχε σε ελληνόφωνα τάγματα παρότι ήταν δίγλωσσος και συνέβαλε τα μέγιστα στη στρατολόγηση χιλιάδων σλαβόφωνων στις γραμμές του ΕΛΑΣ και στην απομάκρυνση των συμπατριωτών του από την επιρροή της βουλγαρικής Οχράνα. Γι’ αυτό το λόγο ο ίδιος και η οικογένειά του θα χαρακτηριστούν από τις βουλγαρικές αρχές ως σλαβόφωνοι «γραικομάνοι». Ο Παντελής Βαηνάς είχε ασπαστεί πλήρως τη θέση του ΕΑΜ περί ισονομίας και ισοπολιτείας των Σλαβομακεδόνων στο πλαίσιο της ελληνικής επικράτειας. Τη θέση μάλιστα αυτή τη διατύπωσε με άρθρο του στο περιοδικό «Δημοκρατικός Στρατός» (Δεκέμβριος 1948). Σε άρθρο απάντηση, ο Ζαχαριάδης λίγους μήνες αργότερα θα ανοίξει τον ασκό του Αιόλου για τους κομουνιστές, «αδειάζοντας» τον Βαηνά και θα επαναφέρει το αίτημα της ανεξάρτητης λαϊκοδημοκρατικής Μακεδονίας.

Ο Παντελής Βαηνάς εντάχθηκε νωρίς στις γραμμές του ΚΚΕ και κατά την απελευθέρωση ήταν στέλεχος της Επιτροπής Περιοχής Δυτ. Μακεδονίας. Στις εκλογές του 1946 συνελήφθη. Ήταν από τους πρώτους αντάρτες-μαχητές στον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας. Εντάχθηκε στις μονάδες Βιτσίου. Στο Βίτσι αναδείχτηκε, διαδοχικά, «διοικητής Συγκροτήματος, διοικητής Τάγματος, διοικητής της 18ης Ταξιαρχίας και διοικητής της 11ης Μεραρχίας του ΔΣΕ, αντιστράτηγος του ΔΣΕ», όπως θα γράψει το ΚΚΕ σε ανακοίνωση της ΚΕ για τον θάνατό του.

Όπως αναφέρουν μαρτυρίες μαχητών του ΔΣΕ, ο Βαηνάς συμμετείχε στις περισσότερες επιχειρήσεις του Εμφυλίου. Έφερε σε πέρας με επιτυχία όλες σχεδόν τις επιχειρήσεις που του ανατεθήκαν. Το 1947, κατά τις πρώτες επιχειρήσεις, τραυματίστηκε βαριά στη Βασιλειάδα Καστοριάς. Σε λιγότερο από δύο μήνες θα βρεθεί στην πρώτη γραμμή, θα ηγηθεί της διείσδυσης του ΔΣΕ στο Σινιάτσικο (9.10-12.12.1948) και θα δώσει σειρά νικηφόρων μαχών. Συμμετείχε στην επίθεση για την κατάληψη της πόλης των Γρεβενών (ανεπιτυχής) χωρίς απώλειες για τους αντάρτες τον Απρίλιο του 1948. Ταυτόχρονα σχεδίασε και εκτέλεσε με επιτυχία την επιχείρηση κατάληψης του στρατοπέδου του κυβερνητικού στρατού στην Εράτυρα της Κοζάνης (31.10-1.11.1948), με στόχο τη συλλογή πολεμικού υλικού, ειδών επισιτισμού και εφοδίων. Ακολούθησε η κατάληψη της Πτολεμαΐδας στις 16.10.1948, η ανακατάληψη της 2128 κορυφής του Βιτσίου, η απόκρουση της διείσδυσης των Λοκατζήδων του κυβερνητικού στρατού στη γραμμή Κούλα-Πλατύ (20.10.48), η κατάληψη της Σιάτιστας (12-13.11.48) καθώς και η κατάληψη της Νάουσας (12.1.49).

Η μαρτυρία του Ν. Κυρίτση μιλά με τα πιο κολακευτικά λόγια για τον νεαρό αξιωματικό του ΔΣΕ, ειδικά κατά την υπεράσπιση του στρατηγικού υψώματος Λέσιτς στο Βίτσι και περιγράφει αναλυτικά τις μάχες, που έδωσε η 18η ταξιαρχία του ΔΣΕ στη φονική μάχη της Φλώρινας, την κατάληψη μετά από σφοδρές μάχες των στρατηγικής σημασίας υψωμάτων (Πατώματα), τη διάνοιξη διόδου και τη μεταφορά των τμημάτων του ΔΣΕ στο Γράμμο, μετά την πτώση του Βιτσίου. Ιδιαίτερη στιγμή αποτελεί για την 18η Ταξιαρχία η κατάληψη του Μάλι-Μάδι (8.10.1948) και η πλήρης διάλυση του εθνικού στρατού. Ο Παντελής Βαηνάς πήρε μέρος στη 2η συνδιάσκεψη του ΝΟΦ στους Ψαράδες των Πρεσπών και έπαιξε ενεργό ρόλο στη συνεργασία του ΝΟΦ με τον ΔΣΕ.

Στην προσφυγιά εγκαταστάθηκε αρχικά στην Τασκένδη, ενώ αργότερα το 1958 μετοίκησε μόνιμα στη Βουλγαρία, με δική του πρωτοβουλία. Στη Σοβιετική Ένωση φοίτησε στη σχολή αξιωματικών του Φρούντζε, από όπου απεφοίτησε με άριστα. Φοίτησε επίσης στην Ανωτάτη σχολή στελεχών της ΚΕ του ΚΚΣΕ. Η εκλογή του ως αναπλ. μέλους της ΚΕ του ΚΚΕ το 1953 θα τον οδηγήσει στην έδρα της ΚΕ στο Βουκουρέστι. Από εκεί ταξιδεύει σε όλες τις χώρες, από την Τασκένδη μέχρι τη Λειψία, ως υπεύθυνος για «τη δουλειά του κόμματος στους Σλαβομακεδόνες». Το 1950-54 ήταν πρόεδρος της σλαβομακεδονικής οργάνωσης «Ήλιντεν», που σύστησε το ΚΚΕ στις χώρες της Αν. Ευρώπης, καταγγέλλοντας το ΝΟΦ σαν προβοκατόρικη και προδοτική τιτοϊκή οργάνωση.

Ο Π. Βαηνάς ήταν αυτός που έστειλε στην Τασκένδη ο Ζαχαριάδης για να διερευνήσει από κοντά την κατάσταση. Σύμφωνα λοιπόν με την έκθεση Φωκά-Βαηνά, ο Ζαχαριάδης προχώρησε στην κοοπτάτσια της Κομματικής Επιτροπής Τασκένδης που οδήγησε στα γνωστά γεγονότα.

Κώστας Αλεξίου

Κυριακή, 10 Ιανουαρίου 2016

To στρατόπεδο πολιτικών κρατουμένων Καλλιράχης στη Θάσο

Μαρτυρία του Ταξόπουλου Παναγιώτη


Στην Καλλιράχη της Θάσου υπήρξε στρατόπεδο πολιτικών κρατουμένων με πάνω από 500 άτομα. Πρέπει  αν άνοιξε στις αρχές του ’47, γιατί όταν μας εξόρισαν οικογενειακά στα τέλη του ’47 (από αντίποινα στον πατέρα ας που κατατάχτηκε στο ΔΣΕ) το στρατόπεδο ήταν ήδη γεμάτο εξόριστους, από εκεί άλλους στέλνανε στα στρατοδικεία (κυρίως της Δράμας) και πολλοί εκτελέστηκαν, άλλους σε διάφορες φυλακές και εξορίες. Οι κρατούμενοι στη Θάσο ήταν από Δράμα, Ξάνθη και Κομοτηνή. Μεταξύ των κρατουμένων ήταν 15 γυναίκες και 4 παιδιά, εγώ 5μιση ετών, 10 και 11 αντίστοιχα ο αδελφός μου και η αδελφή μου και βέβαια μαζί η μητέρα μας και η γιαγιά μας. Επίσης ένας 10χρονος συχωριανός με τη μάνα και την αδελφή του. Τέλη Σεπτεμβρίου του 1947, με κυβέρνηση Σοφούλη, άφησαν τα γυναικόπαιδα να φύγουν για αποσυμφόρηση του στρατοπέδου.